Απρίλιος
Βρεθήκαμε τέταρτη -τυχαία- φορά σε ένα παλαιοπωλείο, όχι δεν ήταν κανονισμένο. Εγώ προσπαθούσα να διαλέξω το επόμενο μυθιστόρημα από την στοίβα με τα μεταχειρισμένα και εσύ ήθελες να προφυλαχτείς από τη στιγμιαία βροχή. Σε πρόσεξα μέσα από έναν καθρέφτη, έχεις μακριά άκρα και τα τίναζες ατσούμπαλα για να διώξεις τις ακάλεστες σταγόνες από πάνω σου, σε κράτησε απασχολημένο αυτό για κάποια δευτερόλεπτα. Γεια, γεια. Σε ακολούθησα ως το βάθος, μόνο και μόνο για να παρατηρήσουμε την καθισμένη σκόνη στα διάφορα έπιπλα προς πώληση. Έσυρες το δάχτυλο σου πάνω στην επιφάνεια ενός παλιού κομοδίνου αφήνοντας πίσω μου μια ευθεία τροχιά καθαρού καφέ ξύλου. Το σήκωσες και μου έδειξες την άκρη του, ήταν μαύρη από την πολυκαιρία, πρόδιδε σχεδόν τον χρόνο που είχε περάσει το έπιπλο κλεισμένο. Ύστερα το έτεινες προς την ευθεία γραμμή που είχες τραβήξει, γελούσες σχεδόν σιγανά. Μπορούσες να ζωγραφίσεις πάνω στο κομοδίνο ότι σου αρέσει και έκανες μια ευθεία γραμμή, ναι δεν σκέφτηκα κάτι άλλο. Η βροχή έχει σταματήσει. Είναι ώρα να πηγαίνω.
Artwork: Μαρία Κοφινάκη
