Έρεβος
Έρεβος.
Χάος. Απόλυτο σκοτάδι. Πηχτό, παχύρευστο, αιώνιο. Ξέρεις ότι σε πνίγει, ότι σε έχει καταπιεί. Μα είναι τόσο ασύλληπτα αβυσσαλέο, ούτε τα ίδια σου τα χέρια δεν μπορείς να αντικρίσεις. Μήπως είσαι τυφλός; Αποκλείεται. Δεν δουλεύει έτσι η τύφλωση. Κάτι άλλο είναι αυτό.
Το πάτωμα κάτω από τα πόδια σου, άφαντο. Επιπλέεις, στο αχανές ενός απείρου, ενός κόσμου απόμακρου μα, ταυτόχρονα τόσο οικείου. Πώς βρέθηκες εδώ;
Κουνάς χέρια πόδια, μανιωδώς, φρενιασμένα, από δω και από κει, σε μια μάταια, απέλπιδη προσπάθεια να αγγίξεις το οτιδήποτε, που θα προσφέρει έστω και την πιο υποτυπώδη αίσθηση του προσανατολισμού. Μάταια. Δεν γνωρίζεις ούτε αν επιπλέεις όρθιος ή ανάποδα. Τι σημαίνει καν “ανάποδα”; Εν τέλει μάλλον δεν έχει νόημα ο προσανατολισμός σε αυτό το χάος στο οποίο παρασύρεσαι δίχως τη θέλησή σου, έρμαιο του σύμπαντος, ακίνητος, μέχρι κάτι - κάποιος - να πει ειδάλλως.
Παρατάς το φρενιασμένο κούνημα κάθε πιθανού άκρου και μένεις ακίνητος. Δεν το είχες παρατηρήσει πιο πριν, μα στο σκοτάδι επικρατεί πολικό ψύχος. Πεθαίνεις από το κρύο. Ένα κρύο τόσο βίαιο και τσουχτερό, σαν να σου επιτέθηκαν μεμιάς όλοι οι σκληροί χειμώνες μιας χιλιετίας.
Σε μια αρχέγονη, ζωώδη αντίδραση, φέρνεις τα χέρια σου και συσπάς το κορμί σου, σε μια προσπάθεια να αγκαλιάσεις την παγωμένη σου σάρκα, έχοντας την ψευδαίσθηση πως ίσως σου προσφέρουν τη μηδαμινή θερμότητα στην οποία τόσο απεγνωσμένα ελπίζεις.
Κάτι σουβλερό σου ξεσκίζει την παλάμη και την απομακρύνεις απότομα. Βγάζεις μια κραυγή, από τα βασανισμένα σου σπλάχνα, η οποία καταπνίγεται η ίδια από το τίποτα, σαν το πέταγμα πεταλούδας μέσα σε μια μανιασμένη θύελλα.
Νιώθεις ένα υγρό να κυλά στο χέρι σου, μάλλον αίμα, για κλάσματα δευτερολέπτου πριν μετατραπεί σε κρύσταλλο. Αργά, ψηλαφίζεις το στέρνο σου και το εξετάζεις σ’ όλο του το μήκος. Κωνικά σχήματα, αιχμηρά και αιμοβόρα, ξεπροβάλλουν από παντού.
Προτού καν προλάβει ο οργανισμός σου να δημιουργήσει μια υπόνοια για το πώς να αισθανθεί, ένα μπουμπουνητό, βαθύ και τρομερό ακούστηκε σαν να σχίζει το σκοτάδι στα δύο. Μια εκτυφλωτική, κόκκινη λάμψη ακολούθησε, η οποία κατάφερε το αδύνατο και φώτισε ακαριαία το απόλυτο σκοτάδι.
Δεν είσαι μόνος.
Αυτά τα κλάσματα δευτερολέπτου αρκούσαν για να χαραχθεί στο μυαλό σου η εικόνα από αυτό που στιγμιαία αντίκρισες. Μια απαίσια, μάζα κρέατος, με κάτι σαν διαστρεβλωμένη μουσούδα με τρίχες, δύο μάτια πιο νεκρά και από αποσυντιθεμένο πτώμα, χέρια κοντά και παραμορφωμένα, πόδια λεπτά σαν ξυλαράκια, ουρά σαν μεταλλαγμένου αρουραίου και - ένα στήθος γεμάτο αγκάθια.
Με το πλάσμα κοιταχτήκατε μόλις και μετά βίας, μα η φρίκη που προκαλέσατε το ένα στο άλλο γέμισε το κενό, σας έκανε να ουρλιάξετε, μέσα από τα σάπια σας πνευμόνια. Αυτό ήταν εσύ, εσύ ήσουν αυτό.
Ψηλάφισες το κεφάλι σου. Η απαίσια μουσούδα ήταν εκεί, την ένιωθες και ας μην την έβλεπες. Και να που τώρα ούρλιαζες μέσα στο χάος, χέρια πόδια κουνούσες μανιωδώς, σαν αναποδογυρισμένη κατσαρίδα.
Ένα μπουμπουνητό ακόμα. Μία ακόμα λάμψη. Από πάνω σου, από κάτω σου, αριστερά και δεξιά, έπλεαν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια αποτρόπαια πλάσματα σαν εσένα, σαν τραγικά σαρκικά αστέρια σε βραδινό ουρανό (σε έναν τι;).
Μιλιούνια από δαύτα, τα αποκρουστικά εκτρώματα τσίριζαν και τιναζόντουσαν σαν εσένα, στη θέση τους, ακίνητα.
Μία μία, η κάθε πεθαμένη κραυγή τους, όσο αθόρυβη και αν ήταν, σαν τραγική χορωδία, συμπτύχθηκε με τις υπόλοιπες και γέμισαν το κενό, τσιριχτή και απελπισμένη, σαν εφιαλτικό βούισμα δισεκατομμυρίων κουνουπιών.
Τι συμβαίνει; Που βρίσκομαι; Τι είναι αυτά τα-
Ένας απόκοσμος ήχος, ακούστηκε από τόσο μακριά, μα και δίπλα σου ταυτόχρονα. Σου ταλάντωσε τα σωθικά και κάθε ίνα του σώματός σου. Συναισθήματα τόσο αλλότρια και ζωικά, πλημμύρισαν ό,τι απέμενε από την “ψυχή” σου. Συναισθήματα τόσο εφιαλτικά, που ακόμα και ένα αποτρόπαιο βδέλυγμα σαν εσένα υπήρξε αρκετά ευγενικό ως τώρα για να μην τα έχει αισθανθεί ξανά. Μα προς τη φρίκη σου, συνειδητοποιείς πως τον γνωρίζεις αυτόν τον ήχο. Κάτι μέσα σου, κραυγάζει, όσο και αν προσπαθείς να το πνίξεις και σου λέει πως, τον έχεις ξανανιώσει.
Αυτός ο ήχος, σαν βρυχηθμός, σαν ανατριχιαστική κραυγή, ταξίδεψε έτη φωτός μονομιάς και εισήλθε βίαια στους ωστικούς σου αισθητήρες, σε παραβίασε, σου επέβαλε την θέλησή Του.
Ξαφνικά όλα επέστρεψαν στην μνήμη σου. Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ.
Μια τρίτη λάμψη. Πίσω από τις μυριάδες των βδελυγμάτων, ένα Ον, σαν αστρικό σώμα, βρυχιέται και κραυγάζει σε γλώσσες άγνωστες, σε συχνότητες αδύνατες, αντηχεί απόκοσμους ήχους. Δεν φαίνεται ολόκληρο, γιατί γεμίζει κάθε γωνία του οπτικού σου πεδίου, κάθε γωνία του ατελείωτου απείρου. Οι κόκκινες λάμψεις το φωτίζουν τώρα διαδοχικά και κάθε νέα του εικόνα μοιάζει πιο ακατανόητη από την προηγούμενη, δεν μπορείς να διανοηθείς το πώς μοιάζει. Πρέπει να βρίσκεται ασύλληπτα πολλά έτη φωτός μακριά, μα είναι τόσο ανυπέρβλητα τεράστιο, που κάνει το ίδιο το κενό ανάμεσα σας να φαίνεται πως δεν το χωράει.
Τώρα ξυπνάει.
Σας έφερε εδώ. Μάλλον ξανά. Παρά τη θέλησή σας. Όχι από διαστρεβλωμένη αγάπη, ακατανόητη στα μάτια κατώτερων όντων, ούτε από αχόρταγη περιέργεια. Ανάθεμα, ούτε καν επειδή απλά μπορούσε και το έκανε. Όχι, σας έφερε εδώ…
Γιατί βαριέται. Μέχρι θανάτου. Θέλει με κάποιον - όχι κάτι - να παίξει.
Και εσείς είστε τα παιχνίδια Του.
Τότε ήταν που το γνώριμο συναίσθημα, που δεν μπορούσες πριν να ερμηνεύσεις, επέστρεψε. Αρκετό για να το φυλάξεις στα σωθικά σου, για εκατομμύρια χρόνια μετά.
Σε μισεί.
Ένιωσες έναν σεισμό. Μια τρομακτική δόνηση, στο άπειρο, που σε έκανε να τρέμεις σύγκορμος. Διαδοχικά και τακτικά, ωστικά κύματα σας χτυπούσαν το ένα μετά το άλλο, σαν τον χτύπο μιας καρδιάς. Σας πέταξαν προς κάθε κατεύθυνση με τρομακτική βία. Πέφτετε το ένα πάνω στο άλλο, καρφώνεστε από τα ίδια σας τα αγκάθια, αδιανόητος ίλιγγος σας κυριεύει το μυαλό και κρύσταλλα αίματος και ξερατών γεμίζουν το απόλυτο κενό, ενώ Εκείνο, πάλλεται, βρυχάται, προκαλώντας Βιβλική καταστροφή με κάθε χτύπο της καρδιάς του.
Στο έλεός Του, άλλαζες κατεύθυνση χιλιάδες φορές το λεπτό, σαν ηλεκτρόνιο σε πλέγμα ασταθών ατόμων. Από εκείνη τη στιγμή, μέχρι και όλες, μια σκέψη πολιορκούσε μόνιμα την καταθλιπτική σου ύπαρξη.
«Τι μπορεί να έκανα, για να το αξίζω αυτό;»
Artwork: Κωνσταντίνος Ψαρολόγος

