Hi.

Welcome to my blog. I document my adventures in travel, style, and food. Hope you have a nice stay!

Book Club

Ήταν πρωί Δευτέρας. Οι δείκτες είχαν μόλις αγγίξει τις δέκα, κι η πόλη με ξεπροβόδιζε από τον ύπνο της. Αλλά μια νέα ιδέα, σφιχτά δεμένη γύρω από μια αχνή σιωπή, δεν έλεγε να φύγει από πάνω μου. Σαν κάτι να βάραινε παράξενα στις ώρες εκείνες τις πρώτες, που μοιάζουν να επιπλέουν όταν ακόμα το φως παλεύει να σταθεί κι η μέρα δεν έχει αποφασίσει αν θα ξεκινήσει ή όχι.

Μπήκα στην αίθουσα μισή κρυμμένη πίσω από τις σκέψεις μου, μισή εκτεθειμένη. Όλα φάνταζαν θολά, λες και η πραγματικότητα είχε τραβηχτεί ελάχιστα προς τα πίσω, αφήνοντας το τώρα να αιωρείται. Ίσως να έφταιγε το ότι ήμουν ακόμη «ξένη» εδώ. Ίσως ότι φοβόμουν να μιλήσω, να δω, να ζητήσω χώρο. Ίσως –κι αυτό ήταν το χειρότερο– ότι είχα αρχίσει να παραδέχομαι πως, για πρώτη φορά, ήθελα πραγματικά να ανήκω.

Κι εκεί, την ώρα που προσπαθούσα να κάνω τη σκέψη μου να σταματήσει να μπερδεύεται με τον αέρα, κάποιος άφησε το βλέμμα του να συναντήσει το δικό μου. Με κοίταξε με μια μικρή, σχεδόν αδιόρατη απορία.

«Πώς σε λένε;» με ρώτησε.

«Χριστίνα», απάντησα.

Δεν ήμουν πρωτοετής. Είχα ήδη έξι μήνες στην Ξάνθη, κι όμως ένιωθα σαν να είχα φτάσει μόλις χθες. Πότε πέρασε μισός χρόνος; Πότε χώρεσε τόσο μέσα μου η σιωπή, ώστε να ξεχάσω να ζήσω;

Καθώς μιλούσα, ήθελα –σχεδόν ανυπόμονα– να μάθουν ποια είμαι. Τους έδωσα ένα βιβλίο. Ήταν η πρώτη φορά που κάτι προσωπικό περνούσε από τα δικά μου χέρια στα χέρια κάποιου άλλου έτσι, χωρίς φόβο μήπως κάποιος δει τη σκέψη μου να αλλάζει σελίδα.

Και τότε άρχισαν όλα.

Όλοι βιαζόμασταν, θέλαμε να δούμε τι κάνει αυτό που μας ενώνει να ανθίσει μέσα μας. Και εκείνες οι δύο ώρες που ακολούθησαν κύλησαν σαν νερό πάνω σε γυαλί· διάφανο, καθαρό, γεμάτο μυστικό φως. Μια ομάδα που δημιουργήθηκε αυθόρμητα, που κρύβει όσα χρειάζονται οι άνθρωποι για να προχωρήσουν: μια μικρή σπίθα εμπιστοσύνης, μια ανάσα κουράγιου, μια άδολη διάθεση να ακούσεις τον άλλον.

Όταν η συνάντηση τελείωσε, δεν ήμουν πια η ίδια. Κάτι βαθιά μέσα μου είχε ξεκουμπώσει, είχε ανοίξει και έδιωχνε σιγά-σιγά τον φόβο. Κι άρχισα ξανά να αναπνέω. Να θέλω να ρωτήσω. Να θέλω να χαμογελάσω.

Τα παιδιά γέλαγαν. Κι ο κόσμος μου ερχόταν πιο φωτεινός από ποτέ. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, η ζωή μου έμοιαζε σαν να μπορούσε επιτέλους να ξεκινήσει. Μέσα από μια απλή Δευτέρα, επαναλαμβανόμενη και ταυτόχρονα μοναδική.

Ίσως τελικά κάπως έτσι αλλάζουν όλα: όχι όταν το περιμένουμε, αλλά όταν τολμάμε να αφήσουμε μια σελίδα να γυρίσει.

(Σας αγαπώ παιδιά)

yxRXJ6VA.jpg

Editorial

Editorial