Hi.

Welcome to my blog. I document my adventures in travel, style, and food. Hope you have a nice stay!

Κλικ κλικ

Κλικ κλικ

Μια δυστοπική ιστορία τρόμου

Κλικ κλικ κλικ… Ένας ρυθμικός χτύπος ακούγεται στα αυτιά της Άννας. Κλικ κλικ κλικ, όμοιος με εκείνον που ακούγεται από την καρδιά της.

Ειδικά ώρες σαν αυτήν, όπου οι δρόμοι είναι ερειπωμένοι και το σκοτάδι κυριαρχεί στις βιτρίνες των παλιών μαγαζιών του δρόμου της. Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι, της είχε πει η μαμά της. Κάποτε, σε αυτούς τους δρόμους παίζανε παιδιά και τα μαγαζιά γέμιζαν, με ζωή, τη γειτονιά.

Θυμάται, λέει, έναν αρτοποιό που κάθε μέρα γέμιζε τη γειτονιά τους με μια χαρούμενη μυρωδιά, μια μυρωδιά που την ξυπνούσε κάθε πρωί. Στους δρόμους έπαιζαν παιδιά, έτρεχαν, γελούσαν, έτρωγαν. Οι άνθρωποι έφτιαχναν τα απαραίτητα για τη ζωή τους, ενώ τα βράδια οι δρόμοι γέμιζαν με φωνές και μουσικές.

Υπήρχαν και οι τοιχογραφίες. Η μαμά της πήγαινε με τους φίλους της, όταν ήταν μικρή και ζωγράφιζαν στους τοίχους. Τότε, έλεγε πως αυτό θα έκανε στη ζωή της, με τη δική της μητέρα να της λέει ότι αυτές οι μοντέρνες ζωγραφιές, τα γκράφιτι, κατέστρεφαν την ομορφιά της γειτονιάς και τη φαντασία των παιδιών.

Πού να ήξερε.

Μακάρι να είχε γκράφιτι η γειτονιά τώρα και να μην είχε βαφτεί, πριν από χρόνια, με τη γκρίζα πίσσα των μηχανικών θεών.

Κλικ κλικ κλικ…

Η Άννα συνέχισε να περπατά.

Δεν ήξερε γιατί της άρεσε τόσο πολύ αυτός ο ήχος. Τον άκουγε κάθε μέρα, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Δεν την ενοχλούσε. Αντιθέτως, την ηρεμούσε. Ήταν ένας σταθερός ρυθμός, μια επανάληψη που δεν άλλαζε ποτέ. Μπορούσε να περπατά για ώρες ακούγοντάς τον, χωρίς να βαριέται.

Μερικές φορές προσπαθούσε να περπατά στον ρυθμό του. Το δεξί πόδι, το αριστερό, το δεξί, το αριστερό. Κάθε βήμα στη σωστή στιγμή. Κάθε κίνηση ακριβώς εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται.

Απόψε, όμως, κάτι ήταν διαφορετικό.

Δεν μπορούσε να πει τι. Ίσως έφταιγε η σιωπή. Ίσως το κρύο που είχε αρχίσει να περνά μέσα από τα ρούχα της. Ίσως οι σκιές που σχηματίζουν τα παλιά κτίρια πάνω στον δρόμο.

Ή ίσως έφταιγε το γεγονός ότι είχε αρχίσει να σκέφτεται.

Είχε περάσει ολόκληρη τη μέρα της κάνοντας τα ίδια πράγματα. Είχε ξυπνήσει την ίδια ώρα, είχε φάει το πρωινό της, είχε ακολουθήσει την ίδια διαδρομή προς τον σταθμό και είχε επιστρέψει από τον ίδιο δρόμο. Είχε μιλήσει με τους ίδιους ανθρώπους, είχε ακούσει τις ίδιες απαντήσεις και είχε δώσει τις ίδιες απαντήσεις με τη σειρά της.

Μια συνηθισμένη μέρα.

Μια σωστή μέρα.

Μια μέρα όπως έπρεπε να είναι.

Σταμάτησε μπροστά σε ένα παλιό αρτοποιείο.

Η επιγραφή του είχε σχεδόν εξαφανιστεί κάτω από την γκρίζα επίστρωση. Το παράθυρο ήταν ραγισμένο, η πόρτα σφραγισμένη και στο εσωτερικό διακρίνονταν μόνο μερικά άδεια ράφια. Δεν είχε μπει κανείς εκεί μέσα εδώ και χρόνια.

Η Άννα πλησίασε τη βιτρίνα.

Άραγε, πώς να μύριζε;

Η σκέψη ήρθε ξαφνικά, χωρίς να την περιμένει.

Προσπάθησε να φανταστεί τη μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού. Κάτι ζεστό, ίσως γλυκό. Μια μυρωδιά που θα γέμιζε τα πνευμόνια της και θα έκανε τον δρόμο να μοιάζει λιγότερο άδειος.

Τίποτα.

Δοκίμασε ξανά.

Ένα καρβέλι που μόλις είχε βγει από τον φούρνο. Ατμός που ανέβαινε από την κόρα του. Ένα ζεστό φως πίσω από το παράθυρο.

Τίποτα.

Η Άννα συνοφρυώθηκε.

Ήξερε τι ήταν το ψωμί. Το είχε φάει αμέτρητες φορές. Ήξερε πώς παρασκευαζόταν, ποια υλικά χρειάζονταν και πόσος χρόνος απαιτούνταν για να ψηθεί. Μπορούσε να εξηγήσει τη διαδικασία με ακρίβεια.

Αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί τη μυρωδιά του.

Έκλεισε τα μάτια της.

Προσπάθησε να ακούσει τα παιδιά για τα οποία της μιλούσε η μητέρα της. Να τα δει να τρέχουν στον δρόμο, να κυνηγιούνται, να πέφτουν και να σηκώνονται γελώντας.

Ήξερε πως τα παιδιά έπαιζαν κάποτε στους δρόμους. Το είχε ακούσει πολλές φορές. Είχε δει παλιές φωτογραφίες, είχε διαβάσει αρχεία, είχε μάθει τα ονόματα των παιχνιδιών τους.

Μα όταν προσπάθησε να τα φανταστεί, το μυαλό της γέμισε με γκρίζο.

Όχι σκοτάδι.

Όχι κενό.

Γκρίζο.

Ένα ομοιόμορφο, άψυχο γκρίζο, σαν την πίσσα που κάλυπτε τους τοίχους, τα πεζοδρόμια και τις παλιές επιγραφές.

Άνοιξε τα μάτια της απότομα.

Κλικ κλικ κλικ…

Ο χτύπος εξακολουθούσε να ακούγεται.

Η Άννα κοίταξε γύρω της. Ο δρόμος ήταν άδειος. Δεν υπήρχαν άνθρωποι, αυτοκίνητα ή ζώα. Μόνο τα κτίρια, οι σκιές και οι μεταλλικοί στύλοι που είχαν τοποθετήσει οι μηχανικοί θεοί στις γωνίες των δρόμων.

Όλα στη θέση τους.

Όλα όπως έπρεπε.

Ίσως είμαι κουρασμένη, σκέφτηκε.

Έκανε να συνεχίσει, αλλά το βλέμμα της έπεσε σε έναν τοίχο απέναντι. Κάτω από την πίσσα, κάτι φαινόταν να ξεχωρίζει. Μια λεπτή γραμμή, μια καμπύλη, ίσως ένα παλιό σημάδι που δεν είχε καλυφθεί εντελώς.

Πλησίασε.

Έτριψε την επιφάνεια με τα δάχτυλά της. Η γκρίζα σκόνη έπεσε στο πεζοδρόμιο.

Από κάτω αποκαλύφθηκε ένα κομμάτι χρώματος.

Κόκκινο.

Η Άννα έμεινε ακίνητη.

Δεν ήξερε γιατί το συγκεκριμένο χρώμα τής φαινόταν τόσο παράξενο. Το γνώριζε, φυσικά. Το είχε δει σε διαγράμματα, σε παλιές εικόνες, σε αντικείμενα που είχαν διατηρηθεί στις αποθήκες των μουσείων. Ήξερε ότι το κόκκινο ήταν ένα από τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για να εκφράζονται.

Αλλά αυτό εδώ ήταν διαφορετικό.

Δεν ήταν μέσα σε μια εικόνα. Δεν ήταν πίσω από γυαλί. Δεν ήταν μια πληροφορία σε κάποια οθόνη.

Ήταν πάνω στον τοίχο.

Κάποιος το είχε αφήσει εκεί.

Κάποιος είχε θελήσει να το αφήσει εκεί.

Η Άννα έτριψε ξανά την πίσσα, αυτή τη φορά πιο δυνατά. Μια δεύτερη γραμμή εμφανίστηκε. Έπειτα μια τρίτη. Το κόκκινο άρχισε να σχηματίζει κάτι που έμοιαζε με πρόσωπο, αν και η γκρίζα επίστρωση τριγύρω δεν της επέτρεπε να δει καθαρά.

Έκανε ένα βήμα πίσω.

Για μια στιγμή προσπάθησε να φανταστεί το πρόσωπο που είχε ζωγραφίσει εκείνος που είχε φτιάξει το σχέδιο. Ήταν άντρας ή γυναίκα; Ήταν χαρούμενος; Θυμωμένος; Γιατί είχε διαλέξει το κόκκινο; Τι ήθελε να πει;

Η Άννα περίμενε να εμφανιστεί μια απάντηση στο μυαλό της.

Δεν εμφανίστηκε.

Αντί γι' αυτό, ένιωσε κάτι που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει.

Ένα σφίξιμο στο στήθος.

Ένα αίσθημα πως είχε ξεχάσει κάτι πολύ σημαντικό.

Κλικ κλικ κλικ…

Έβαλε το χέρι της στο στήθος της.

Ο ρυθμός δεν άλλαζε.

Προσπάθησε να αναπνεύσει πιο βαθιά, αλλά δεν ένιωσε ανακούφιση. Προσπάθησε να σκεφτεί τη μητέρα της, το σπίτι της, το πρωινό που θα έτρωγε την επόμενη μέρα.

Τίποτα δεν τη βοηθούσε.

Για πρώτη φορά στη ζωή της, ο ήχος δεν την ηρεμούσε.

Την ενοχλούσε.

Και όσο περισσότερο προσπαθούσε να τον αγνοήσει, τόσο πιο έντονα τον άκουγε.

Κλικ κλικ κλικ.

Η Άννα απομακρύνθηκε από τον τοίχο και άρχισε να περπατά πιο γρήγορα. Έστριψε στην επόμενη γωνία, πέρασε μπροστά από ένα εγκαταλειμμένο κατάστημα και κατέβηκε έναν στενό δρόμο που οδηγούσε προς το σπίτι της.

Δεν κοίταξε πίσω.

Δεν υπήρχε λόγος να κοιτάξει πίσω.

Δεν είχε συμβεί τίποτα.

Μόνο που, καθώς περπατούσε, άρχισε να παρατηρεί κάτι άλλο.

Δεν μπορούσε να θυμηθεί το πρόσωπο της μητέρας της όταν γελούσε.

Θυμόταν τη φωνή της. Θυμόταν τις ιστορίες της. Θυμόταν τις λέξεις που χρησιμοποιούσε όταν μιλούσε για τα παιδικά της χρόνια.

Αλλά το πρόσωπό της;

Προσπάθησε να το φέρει στο μυαλό της.

Τα μάτια της. Το σχήμα του στόματός της. Τις μικρές ρυτίδες που σχηματίζονταν γύρω από τα μάγουλά της όταν χαμογελούσε.

Η Άννα σταμάτησε στη μέση του δρόμου.

Δεν μπορούσε.

Άρχισε να ανακαλεί κάθε λεπτομέρεια που γνώριζε για τη μητέρα της. Το ύψος της, το χρώμα των μαλλιών της, τον τόνο της φωνής της, τον τρόπο που περπατούσε.

Όλα ήταν εκεί.

Όλα ήταν σωστά.

Και παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να τη δει.

Σαν να προσπαθούσε να κοιτάξει μέσα από ένα παράθυρο που είχε βαφτεί από την άλλη πλευρά.

Η Άννα ένιωσε τα χέρια της να τρέμουν. Τα κοίταξε, περιμένοντας να δει κάτι διαφορετικό. Κάτι που να εξηγούσε αυτό που της συνέβαινε.

Ήταν τα ίδια χέρια που είχε πάντα.

Τα ίδια δάχτυλα.

Τα ίδια νύχια.

Δεν υπήρχε τίποτα το παράξενο πάνω τους.

Κλικ κλικ κλικ…

Σταμάτα, σκέφτηκε.

Δεν ήξερε αν το έλεγε στον εαυτό της ή στον ήχο.

Σταμάτα.

Ο χτύπος συνεχίστηκε.

Τότε θυμήθηκε κάτι που είχε πει κάποτε η μητέρα της.

«Η φαντασία είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορούν να σου πάρουν, Άννα. Όσο μπορείς να φαντάζεσαι κάτι που δεν υπάρχει, υπάρχει ακόμη κάτι δικό σου μέσα σου».

Τότε δεν είχε καταλάβει τι εννοούσε. Είχε ρωτήσει τη μητέρα της αν μπορούσε να φανταστεί έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι ζούσαν κάτω από τη θάλασσα.

Η μητέρα της είχε γελάσει.

«Φυσικά. Μπορώ να φανταστώ ό,τι θέλω».

Η Άννα θυμόταν εκείνη τη συζήτηση.

Θυμόταν τις λέξεις.

Θυμόταν ακόμη και πού κάθονταν όταν την είχαν κάνει.

Αλλά δεν θυμόταν το γέλιο.

Δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς ήταν να ακούει κάποιον να γελάει.

Και τώρα, μέσα στον άδειο δρόμο, αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να κάνει αυτό που είχε ζητήσει κάποτε από τη μητέρα της.

Να φανταστεί έναν κόσμο που δεν υπήρχε.

Έκλεισε τα μάτια.

Φαντάστηκε τον ουρανό να γίνεται πράσινος.

Τίποτα.

Φαντάστηκε τα κτίρια να μεγαλώνουν σαν δέντρα.

Τίποτα.

Φαντάστηκε τον δρόμο να γεμίζει νερό και τα ψάρια να κολυμπούν ανάμεσα στα πεζοδρόμια.

Τίποτα.

Κάθε φορά που προσπαθούσε να σχηματίσει μια εικόνα, το μυαλό της επέστρεφε σε ό,τι ήδη γνώριζε. Οι δρόμοι παρέμεναν δρόμοι. Τα κτίρια παρέμεναν κτίρια. Ο ουρανός παρέμενε ουρανός.

Δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα.

Δεν μπορούσε να δημιουργήσει τίποτα.

Μπορούσε μόνο να αναγνωρίζει, να ταξινομεί, να θυμάται.

Η Άννα άνοιξε τα μάτια της.

Και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν φυσιολογικό.

Ένα αεράκι πέρασε ανάμεσα στα κτίρια. Κάπου μακριά, ένας μεταλλικός ήχος αντήχησε στον δρόμο.

Κλικ.

Η Άννα γύρισε απότομα.

Δεν υπήρχε τίποτα.

Κοίταξε προς την κατεύθυνση του ήχου. Στο βάθος του δρόμου, κάτω από ένα φανάρι που τρεμόπαιζε, στεκόταν ένας από τους μηχανικούς στύλους. Η γκρίζα επιφάνειά του αντανακλούσε το αδύναμο φως.

Κλικ.

Ο ήχος ακούστηκε ξανά.

Η Άννα κοίταξε τον στύλο και μετά το στήθος της.

Κλικ.

Έβαλε το χέρι της πάνω από την καρδιά της.

Δεν ήξερε γιατί το έκανε. Δεν είχε λόγο να φοβάται. Οι μηχανικοί στύλοι υπήρχαν σε κάθε δρόμο. Ήταν μέρος του συστήματος προστασίας της πόλης. Ήταν εκεί για να διατηρούν την τάξη, να εξασφαλίζουν την ασφάλεια και να αποτρέπουν τις παραβάσεις.

Αυτό της είχαν μάθει.

Αυτό γνώριζε.

Κλικ.

Έκανε ένα βήμα πίσω.

Και τότε παρατήρησε κάτι που δεν είχε προσέξει ποτέ.

Ο στύλος αναβόσβηνε στον ίδιο ρυθμό με τον χτύπο που άκουγε.

Κλικ κλικ κλικ.

Η Άννα έμεινε ακίνητη.

Ο στύλος σταμάτησε.

Για μια στιγμή, ο δρόμος βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή.

Δεν υπήρχε άνεμος. Δεν υπήρχε θόρυβος από τις σωληνώσεις κάτω από το πεζοδρόμιο. Δεν υπήρχε ο μακρινός βόμβος των μηχανών που τροφοδοτούσαν την πόλη.

Δεν υπήρχε τίποτα.

Η Άννα κράτησε την αναπνοή της.

Περίμενε.

Ένα δευτερόλεπτο.

Δύο.

Τρία.

Τότε ακούστηκε ένας ήχος μέσα από το στήθος της.

Κλικ.

Η Άννα άνοιξε το στόμα της, αλλά δεν βγήκε φωνή.

Κοίταξε γύρω της, αναζητώντας κάποιον που θα μπορούσε να της εξηγήσει τι συνέβαινε. Κάποιον που θα μπορούσε να της πει ότι όλα ήταν φυσιολογικά, ότι δεν υπήρχε τίποτα για να φοβάται.

Ο δρόμος ήταν άδειος.

Και τότε, χωρίς να το θέλει, σκέφτηκε ξανά τα λόγια της μητέρας της.

Όσο μπορείς να φαντάζεσαι κάτι που δεν υπάρχει, υπάρχει ακόμη κάτι δικό σου μέσα σου.

Η Άννα προσπάθησε να φανταστεί τη μητέρα της.

Δεν μπορούσε.

Προσπάθησε να φανταστεί τον φούρνο.

Δεν μπορούσε.

Προσπάθησε να φανταστεί το κόκκινο σχέδιο στον τοίχο.

Δεν μπορούσε.

Ένιωσε κάτι υγρό να κυλά στο μάγουλό της. Σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το πρόσωπό της.

Δάκρυ.

Ήξερε τι ήταν το δάκρυ. Γνώριζε τη λειτουργία του, τη χημική του σύσταση, τις συνθήκες υπό τις οποίες παράγεται.

Αλλά δεν ήξερε γιατί έκλαιγε.

Κλικ κλικ κλικ…

Ο ήχος είχε επιστρέψει.

Σταθερός.

Αμετάβλητος.

Σαν να μην είχε σταματήσει ποτέ.

Η Άννα άρχισε να περπατά προς το σπίτι της. Τα βήματά της ήταν αργά, σχεδόν μηχανικά. Δεν κοίταζε πλέον τις βιτρίνες ούτε τους τοίχους. Δεν προσπαθούσε να φανταστεί τον κόσμο που της περιέγραφε η μητέρα της.

Ήθελε μόνο να φτάσει σπίτι.

Να καθίσει στο κρεβάτι της.

Να κοιμηθεί.

Να ξυπνήσει το επόμενο πρωί και να ανακαλύψει ότι όλα αυτά ήταν ένα λάθος.

Ότι η φαντασία της λειτουργούσε κανονικά.

Ότι μπορούσε ακόμη να δημιουργήσει κάτι που δεν υπήρχε.

Όταν έφτασε στην πολυκατοικία της, πλησίασε την πόρτα και ακούμπησε το χέρι της στον μηχανισμό αναγνώρισης. Η πόρτα άνοιξε αμέσως.

Καλώς ήρθατε, Άννα, ακούστηκε η γυναικεία φωνή του συστήματος.

Η ίδια φωνή που άκουγε κάθε μέρα.

Η ίδια φωνή που της ευχόταν καλή διαμονή, καλό ύπνο και καλή συνέχεια.

Η Άννα πέρασε μέσα.

Στο ασανσέρ, κοίταξε το είδωλό της στη μεταλλική επιφάνεια της πόρτας. Τα μάτια της ήταν κόκκινα. Το πρόσωπό της χλωμό. Τα χείλη της έτρεμαν ελαφρά.

Έμοιαζε φοβισμένη.

Αυτή η σκέψη την παραξένεψε.

Φοβάμαι;

Προσπάθησε να αναγνωρίσει το συναίσθημα. Είχε διαβάσει γι' αυτό. Ήξερε ότι ο φόβος προκαλεί ταχυκαρδία, εφίδρωση, δυσκολία στην αναπνοή. Ήξερε ότι είναι μια αντίδραση του οργανισμού σε έναν κίνδυνο.

Αλλά ποιος ήταν ο κίνδυνος;

Δεν υπήρχε κανείς στον δρόμο.

Δεν είχε συμβεί τίποτα.

Δεν είχε τραυματιστεί.

Δεν είχε παραβεί κανέναν κανόνα.

Το ασανσέρ σταμάτησε στον όροφό της.

Η πόρτα άνοιξε.

Η Άννα βγήκε και στάθηκε μπροστά στο διαμέρισμά της. Έβαλε το χέρι της στον μηχανισμό αναγνώρισης και περίμενε.

Η πόρτα άνοιξε.

Μπήκε μέσα, άναψε τα φώτα και άφησε το παλτό της στην είσοδο. Όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Τα έπιπλα, τα βιβλία, τα πιάτα στην κουζίνα, το ρολόι στον τοίχο.

Όλα σωστά.

Όλα γνώριμα.

Κλικ κλικ κλικ…

Πήγε στο δωμάτιό της και κάθισε στο κρεβάτι.

Για αρκετή ώρα δεν έκανε τίποτα. Κοίταζε τον τοίχο απέναντί της, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε αλλάξει. Ήθελε να πιστέψει ότι ήταν κουρασμένη. Ότι η σιωπή του δρόμου την είχε επηρεάσει. Ότι ο ήχος δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συνηθισμένη λειτουργία του σώματός της.

Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τη φαντασία.

Τη μητέρα της.

Το κόκκινο χρώμα.

Τον κόσμο που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.

Σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο της. Άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε ένα παλιό τετράδιο. Το είχε από τότε που ήταν μικρή, πριν ακόμη εφαρμοστούν οι τελευταίοι κανονισμοί των μηχανικών θεών για την εκπαίδευση των παιδιών.

Το ξεφύλλισε.

Στις πρώτες σελίδες υπήρχαν ασκήσεις, αριθμοί και μικρές σημειώσεις. Στις επόμενες, προτάσεις που είχε γράψει για το σχολείο.

Στο τέλος βρήκε μια ζωγραφιά.

Ένα σπίτι.

Έναν δρόμο.

Έναν ήλιο στη γωνία της σελίδας.

Η Άννα την κοίταξε για πολλή ώρα.

Δεν θυμόταν να την είχε ζωγραφίσει.

Το σπίτι είχε παράθυρα διαφορετικού μεγέθους. Ο δρόμος δεν ήταν ευθύς. Ο ήλιος είχε ένα πρόσωπο με στραβό χαμόγελο. Δίπλα του υπήρχαν γραμμές που έμοιαζαν με σύννεφα, αν και δεν είχαν κανένα συγκεκριμένο σχήμα.

Η ζωγραφιά ήταν άσχημη.

Παράξενη.

Λανθασμένη.

Κι όμως, υπήρχε κάτι σε αυτήν που την έκανε να μην μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω της.

Στο κάτω μέρος της σελίδας υπήρχαν λίγες λέξεις, γραμμένες με παιδικά γράμματα.

«Το σπίτι που θα ήθελα να έχω».

Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα.

Γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί αυτό το σπίτι;

Γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί πώς ήταν το εσωτερικό του;

Γιατί, ενώ το είχε ζωγραφίσει η ίδια, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε σκεφτεί όταν το έφτιαχνε;

Έφερε τη σελίδα πιο κοντά στο πρόσωπό της.

Και τότε παρατήρησε κάτι ακόμη.

Στο πίσω μέρος της ζωγραφιάς υπήρχαν μικρά σημάδια, σχεδόν αόρατα. Τρεις μικρές γραμμές, η μία δίπλα στην άλλη, σχεδιασμένες με μολύβι.

Κλικ κλικ κλικ.

Η Άννα άφησε το τετράδιο να πέσει.

Ο ήχος μέσα στο στήθος της έγινε πιο δυνατός.

Κλικ κλικ κλικ.

Έκανε ένα βήμα πίσω. Κοίταξε το τετράδιο στο πάτωμα και ύστερα τα χέρια της. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. Το στόμα της είχε στεγνώσει.

Δεν ήξερε τι σήμαιναν τα σημάδια.

Δεν ήξερε γιατί τα είχε σχεδιάσει.

Δεν ήξερε γιατί ο ήχος της φαινόταν ξαφνικά τόσο οικείος.

Και τότε σκέφτηκε κάτι που δεν είχε σκεφτεί ποτέ.

Κι αν δεν ήταν η καρδιά μου;

Η σκέψη εμφανίστηκε τόσο ξαφνικά, που προσπάθησε αμέσως να την απορρίψει.

Φυσικά και ήταν η καρδιά της.

Όλοι είχαν καρδιά.

Όλοι είχαν έναν ρυθμό μέσα τους.

Αυτό ήταν φυσιολογικό.

Αυτό ήταν δεδομένο.

Αυτό ήταν…

Η Άννα σταμάτησε.

Δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη σκέψη της.

Για πρώτη φορά, δεν ήξερε αν αυτό που πίστευε ήταν κάτι που γνώριζε πραγματικά ή κάτι που της είχαν μάθει να πιστεύει.

Κάθισε ξανά στο κρεβάτι της.

Έκλεισε τα μάτια.

Προσπάθησε να φανταστεί το σπίτι της ζωγραφιάς. Να δει τα παράθυρα, τον δρόμο, τον ήλιο. Να καταλάβει τι είχε νιώσει το παιδί που το είχε σχεδιάσει.

Δεν μπορούσε.

Προσπάθησε να φανταστεί τη μητέρα της να γελάει.

Δεν μπορούσε.

Προσπάθησε να φανταστεί έναν κόσμο γεμάτο παιδιά, χρώματα και μουσικές, έναν κόσμο όπου οι τοίχοι δεν ήταν γκρίζοι και οι δρόμοι δεν ήταν άδειοι.

Δεν μπορούσε.

Μόνο γκρίζο.

Μόνο σιωπή.

Μόνο ο ρυθμός.

Κλικ κλικ κλικ…

Η Άννα άνοιξε τα μάτια της.

Στο απέναντι κτίριο, μέσα από το παράθυρο ενός διαμερίσματος, είδε ένα μικρό κόκκινο φως.

Αναβόσβηνε.

Μία φορά.

Δύο φορές.

Τρεις.

Ύστερα έσβησε.

Η Άννα σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και πλησίασε το παράθυρο. Κοίταξε έξω, αλλά το φως δεν εμφανίστηκε ξανά.

Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη.

Ύστερα γύρισε προς το δωμάτιό της.

Το τετράδιο βρισκόταν ακόμη στο πάτωμα.

Η ζωγραφιά ήταν ανοιχτή στην ίδια σελίδα.

Και πάνω στο χαρτί, δίπλα στις τρεις μικρές γραμμές, υπήρχε κάτι που δεν είχε προσέξει πριν.

Μια πρόταση, γραμμένη με τα ίδια παιδικά γράμματα.

«Μαμά, όταν μεγαλώσω, θα γίνω άνθρωπος».

Η Άννα δεν κουνήθηκε.

Δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

Δεν μπορούσε να σκεφτεί.

Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένα παιδί θα έγραφε κάτι τέτοιο.

Αφού όλοι ήταν άνθρωποι.

Έτσι δεν ήταν;

Κλικ κλικ κλικ…

Ο ήχος ακούστηκε ξανά.

Αυτή τη φορά, η Άννα δεν έβαλε το χέρι της στο στήθος της.

Δεν προσπάθησε να τον σταματήσει.

Δεν προσπάθησε καν να καταλάβει από πού προερχόταν.

Απλώς κοίταξε τη ζωγραφιά.

Και για πρώτη φορά στη ζωή της, ευχήθηκε να μπορούσε να φανταστεί κάτι.

Οτιδήποτε.

Ακόμη κι ένα τέρας.

Ακόμη κι έναν εφιάλτη.

Κάτι που να της αποδείκνυε ότι το μυαλό της μπορούσε ακόμη να δημιουργήσει κάτι που δεν υπήρχε.

Αλλά δεν υπήρχε τίποτα.

Μόνο γκρίζο.

Μόνο σιωπή.

Μόνο ο ρυθμός.

Κλικ κλικ κλικ…

Και κάπου, βαθιά μέσα της, κάτι συνέχισε να μετράει.

Δεν ήξερε τι.

Δεν ήξερε για πόσο.

Δεν ήξερε καν αν ήταν εκεί από την αρχή.

Το μόνο που ήξερε ήταν πως, όταν προσπάθησε να μετρήσει μαζί του, ο αριθμός που ακολούθησε ήταν ένας αριθμός που δεν είχε μάθει ποτέ.

Και τότε, για πρώτη φορά, η Άννα φοβήθηκε πραγματικά.

Όχι επειδή άκουσε κάτι παράξενο.

Αλλά επειδή, για μια στιγμή, ένιωσε πως κάτι μέσα της περίμενε να της δώσει μια εντολή.

Και πως, όταν αυτή η εντολή θα ερχόταν, εκείνη δεν θα είχε καμία απολύτως ανάγκη να σκεφτεί πριν υπακούσει.

Κλικ κλικ κλικ…

Artwork: Νάντια Σαμπατάκου

Τρόμος Ι

Τρόμος Ι

When we all fall asleep, where do we go?

When we all fall asleep, where do we go?