Μπύρες για το μπαλκόνι
Έχω περάσει χρόνια παρατηρώντας τους ανθρώπους. Έχω περάσει χρόνια προσπαθώντας να μαντέψω την ιστορία κάθε τυχαίου περαστικού που συναντούσα στις μεγαλουπόλεις. Βέβαια, κάθε λογικός άνθρωπος, από αυτούς που θα άκουγαν την ιστορία μου τουλάχιστον, θα με ρώταγε πώς είναι δυνατόν να μαντεύω ολόκληρες ζωές σε κλάσματα δευτερολέπτων. Απαντάω, δεν είναι δυνατόν.
Έτσι, εγκαταστάθηκα σε ένα μικρό χωριό δίπλα στη θάλασσα, με το μπαλκόνι μου να βλέπει μόνο το απέναντι διαμέρισμα και βρήκα την ηρεμία μου. Καταστροφή όμως. Τόσους μήνες άνθρωπος δεν είχε πατήσει μέχρι που δύο μεσήλικες – αγαπημένο στ’ αλήθεια ζευγάρι – ήρθαν απέναντι και καθαρίζουν όλη μέρα.
Μέρα 1η
Από το πρωί κάθομαι κατσουφιάζοντας στο μπαλκόνι. Την ησυχία μου ήθελα και να που θα μου κουβαλήσουν ποιος ξέρει ποιον ή – ακόμα χειρότερα – μπορεί το απέναντι διαμέρισμα να γίνει τουριστικό όπως τα γύρω. Καταστροφή!
Κάποια στιγμή όμως εξαφανίστηκαν. Ώρα μετά φάνηκε κίνηση στην κουζινούλα. Μέτρησα πέντε νέα παιδιά, τέσσερις κοπέλες, ένα αγόρι. Καταστροφή! Δε βγήκαν απευθείας στο μπαλκόνι. Μέχρι να χωριστούν στα δωμάτια, περνάνε αμέτρητες ιδέες για το πως συνδέονται μεταξύ τους. Στο πεζοδρόμιο από κάτω βλέπω τους μεσήλικες φορτωμένους με σακούλες. Κατέβηκαν και οι πέντε να βοηθήσουν.
Τώρα, που μπήκαν στην κουζίνα και τακτοποιούν τα ψώνια από το ψιλικατζίδικο, τους βλέπω ξεκάθαρα. Είναι τέσσερις φίλες, σχεδόν αδερφές, και το αγόρι γαντζωμένο στη μία. Είχα ξεχάσει πως μοιάζει ο νεανικός έρωτας. Τους χαζεύω για λίγο μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι έχουν κατέβει στο δρόμο με τα μαγιό τους και πηγαίνουν στο φούρνο. Βγαίνοντας περπατούν αντίθετα από τη θάλασσα μέχρι που στρίβουν και δεν τους βλέπω πια.
Περνάνε ώρες, σχεδόν νυχτώνει. Τα απέναντι φώτα ανοίγουν. Φαίνεται κοιμήθηκα και δεν τους είδα στο δρόμο να μπαίνουν στο σπίτι. Κάθονται στο μπαλκόνι γελώντας και μπαίνουν με σειρά να ξεπλύνουν το αλάτι από πάνω τους. Μιλάνε χαρούμενα και από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνω ότι περιμένουν άλλη μία κοπέλα.
Και πράγματι, άλλη μία έρχεται. Παράλληλα βλέπω το αγόρι καθισμένο στην κουζίνα, στημένο μπροστά από ένα λάπτοπ. Σχεδόν αναρωτιέμαι γιατί δεν είναι όπως πριν, αγκαλιά με την κοπέλα του. Φαίνονται ψυχραμένοι από τότε που βγήκαν στην κουζίνα. Τα κορίτσια όμως κατεβαίνουν στο δρόμο. Δεν ξέρω που πηγαίνουν. Μοιράζομαι την ίδια περιέργεια με το αγόρι που κάνει ότι έχει συγκεντρωθεί στην οθόνη του.
Το βράδυ, που γυρνάνε και μαζεύονται για ύπνο, το ζευγαράκι βγαίνει στο μπαλκόνι. Δε φαίνεται να τσακώνονται αλλά περισσότερο να παραπονιούνται. Χαϊδεύει το χέρι της, εκείνη κάθεται πιο βαθιά στην πολυθρόνα. Δεν ακούω όσα λένε, αλλά τελικά τους βλέπω να φιλιούνται απολογητικά. Μπαίνουν μέσα αγκαλιασμένοι και ξαφνικά νιώθω την κούραση τους από όλη την ημέρα πάνω μου.
Μέρα 2η
Τα κορίτσια πήγαν στην κοντινή παραλία. Στο βάθος της κουζίνας όμως αχνοφαίνεται η πλάτη του αγοριού ξανά μπροστά στον υπολογιστή. Δεν φαντάζομαι να τσακώθηκαν πάλι; Περνάνε ώρες αλλά εκείνος μένει ακούνητος με γυρισμένη την πλάτη προς εμένα. Σχεδόν πειράχτηκα που δε μου έδωσε σημασία.
Να τη όμως, την είδα από το δρόμο να μπαίνει στο σπίτι. Της ανοίγει και αγκαλιάζονται. Τον χτυπάει – ελπίζω παιχνιδιάρικα – και ανοίγει τα ντουλάπια. Τώρα συνειδητοποιώ ότι τόσες ώρες το αγόρι έφαγε μόνο κάτι πατατάκια. Η κοπέλα φαίνεται να το ξέρει. Εκείνος όμως προτιμάει να τη φιλήσει από το να φάει οτιδήποτε. Είναι και οι δύο απορροφημένοι, έτσι μόνο εγώ βλέπω τις υπόλοιπες που μπαίνουν μετά από ώρα στο σπίτι.
Αφού τελικά μαγείρεψαν όλοι μαζί έφαγαν στο μπαλκόνι και ήπιαμε παρέα στο Καλοκαίρι. Το βράδυ τα κορίτσια τον άφησαν πάλι μπροστά στην οθόνη. Γύρισαν χορεύοντας και τραγουδώντας Abba. Το αγόρι σήκωσε επιτέλους το κεφάλι του όταν έφτασαν κάτω από το σπίτι. Δε σηκώθηκε από την καρέκλα, μόλις μπήκαν φάνηκε να γελάει. Μαζεύτηκαν όλοι στην κουζίνα γύρω από μία κοπέλα που μάλλον είχε μεθύσει αλλά έλαμπε χορεύοντας. Το αγόρι σηκώθηκε και αγκάλιασε την κοπέλα του γελώντας. Χόρεψαν αγκαλιά και τραγούδησαν λίγο στην κουζίνα. Η λαμπερή κοπέλα μιλούσε γελώντας. Πρέπει να έμειναν ώρες έτσι όλοι μαζί αλλά μάλλον δεν μπορώ να επιβεβαιώσω τίποτα, καθώς εκείνα τα τραγούδια της εποχής μου, μου ξύπνησαν άλλες, συγκινητικές σχεδόν, αναμνήσεις.
Μέρα 3η
Την επόμενη μέρα ετοιμάστηκαν γρήγορα και έφυγαν με ένα μπλε αυτοκίνητο. Οι ώρες περνούσαν αλλά δεν επέστρεψαν. Φοβήθηκα ότι έφυγαν και με παράτησαν, αλλά κάπου νωρίς το βράδυ, εκεί που με έπνιγε η απελπισία μου, γύρισαν κατάκοποι. Αυτή τη φορά δεν μπήκαν στη σειρά για μπάνιο αλλά άρχισαν να μπαίνουν στα δωμάτια. Εγώ όμως πραγματικά προσβλήθηκα που με άφησαν μόνο μου όλη την ημέρα και τώρα εξαφανίζονταν. Μετά από λίγο, βέβαια, άρχισαν να βγαίνουν στο μπαλκόνι μιλώντας χαμηλόφωνα. Ήταν δύο κοπέλες και το ζευγαράκι. Μιλούσαν παθιασμένα και με μία γοητεία, για πράγματα που δεν άκουγα. Πόσο χάρηκα που μου έκαναν παρέα.
Μέρα 4η
Έφαγαν όλοι μαζί όπως κάθε μέρα πρωινό στο μπαλκόνι. Παραξενεύτηκα βέβαια καθώς όταν έφυγαν για την παραλία το ζευγαράκι δεν ήταν μαζί τους αν και είχαν ξυπνήσει και οι δύο νωρίτερα. Πέρασε ώρα μέχρι να καταλάβω ότι τους είχε πάρει ξανά ο ύπνος. Όταν τελικά ξύπνησαν έκατσαν για λίγο αγκαλιασμένοι. Αχ ο Έρως!
Τελικά βγήκαν κι εκείνοι με τα καλοκαιρινά τους στο δρόμο πηγαίνοντας φαντάζομαι προς τις υπόλοιπες. Γύρισαν πάντως όλοι μαζί μετά από λίγη ώρα και άρχισαν να ετοιμάζονται για άλλη μία πιθανή έξοδο. Κατέβηκαν στο δρόμο ανέμελα και κάπως αθώα. Πάλι δε με ενημέρωσαν κατά που πήγαιναν. Γύρισαν όμως χαρούμενοι ακτινοβολώντας νεανική καλοπέραση.
Μέρα 5η
Όπως κάθε πρωί πλέον, φάγαμε πρωινό στο μπαλόνι όλοι μαζί. Μετά από λίγο έφυγαν για τη θάλασσα, περπατώντας σε δυάδες χεράκι-χεράκι. Γύρισαν ως συνήθως αργά αλλά πώς θα μπορούσα ποτέ να τους κρατήσω κακία; Τα κορίτσια κάθισαν στο μπαλκόνι και βάφονταν παρέα. Ύστερα, κατέβηκαν περπατώντας προς το κέντρο. Ένιωσα βέβαια, κάποια δυσφορία χωρίς να έχω ιδέα γιατί. Γύρισαν το βράδυ χαρούμενοι μόνο που δε χόρευαν αυτή τη φορά. Κοιμήθηκαν σχετικά γρήγορα κι εμένα με έζωσαν τα φίδια.
Περίμενα. Μπορεί πάλι να μαζεύονταν στο μπαλκόνι να μιλήσουν. Τα φώτα όμως έκλεισαν και έμεινα να κοιτάω το σκοτάδι. Στάθηκα λίγο στο μπαλκόνι και ναι! Το ζευγαράκι βγήκε απέναντί μου. Σκέφτηκα, βέβαια, ότι ίσως ήθελαν το χώρο τους, αλλά εκείνοι απλά κάθονταν αγκαλιά κοιτάζοντας ψηλά. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, μάλλον για την αγάπη. Την αγαπούσε είπε εκείνος αλλά μόνο τον κοίταξε θέλοντας να τον πιστέψει. Μιλούσαν ήρεμα. Κατάλαβα ότι το πρωί θα έφευγαν. Αυτή ήταν η τελευταία τους νύχτα. Πήγε αργά, σχεδόν άρχισε να ξημερώνει.
Ακόμη μιλούσαν για αγάπες κι έρωτες. Ίσως να μην έβλεπα μέχρι τα μάτια της αλλά φαινόταν ότι κι εκείνη ένιωθε το ίδιο, κι ας μην το έλεγε. Ίσως τις επόμενες μέρες να το μετάνιωναν και οι δύο, αλλά για την ώρα κοίταζαν το θαμπό ουρανό. Πήγαν για ύπνο.
Το πρωί δε σηκώθηκα να τους αποχαιρετήσω, περίμενα να πάει μεσημέρι μέχρι να βγω στο μπαλκόνι. Και όταν βγήκα, είχαν όντως φύγει.
Artwork: Νάντια Σαμπατάκου

