ΜΠΛΕ
ΛΟΚ
Άλλη μία νύχτα με ομίχλη και υγρασία για την μεγάλη πόλη. Το πιο ενδιαφέρον μπλε στα μάτια του Λοκ. Καθισμένος στο περβάζι του παραθύρου αφήνει τον εαυτό του να αφεθεί στον βοριά που τον χτυπάει και χαζεύει τον ουρανό αυτά τα λίγα λεπτά πριν νυχτώσει εντελώς. Περίπου μισή ώρα κρατάει. Μισή ώρα πριν την ανατολή και πριν την δύση. Κάθε μέρα αφιερώνει αυτόν τον χρόνο στον εαυτό του και χάνεται από τις σκέψεις του. Αυτό ήταν μία συνήθεια που είχε από όταν ήταν μικρός. Όσο ταξίδευε μέσα από τα δάση για να μπορεί να περάσει χωρίς έλεγχο και προβλήματα τα σύνορα των χωρών που προσπέρασε για να φτάσει εδώ που είναι τώρα. Στην αρχή αυτή η ψυχρή ηρεμία τον τρόμαζε. Μεγαλωμένος σε ένα σπίτι γεμάτο φωνές και βία, τον άγχωνε η ηρεμία που άφηνε το μπλε πάνω στα χρώματα των δέντρων. Κάποιες φορές αυτό το μπλε δεν τον άφηνε να δει τα άγρια ζώα που παραμόνευαν κρυμμένα και έτοιμα να του επιτεθούν. Την πρώτη μέρα της διαφυγής του από το σπίτι του έμαθε με τον δύσκολο τρόπο ότι ο ήλιος δεν είναι για εκείνον. Το κατάλευκο δέρμα και τα κόκκινα μάτια του δεν ήταν σε καμία των περιπτώσεων ασπίδα για τις καυτές ακτίνες του. ΗΈτσι η πλάτη του κάηκε και δε πρόκειται ποτέ να επουλωθεί. Έτσι αποφάσισε ότι θα κινείται μόνο την νύχτα. Και σταδιακά, αυτή η σκούρα απόχρωση του ουρανού έγινε το καταφύγιό του.
Πέρασε το μισάωρο, σκοτείνιασε για τα καλά.
Έδεσε τα μαλλιά του μία χαμηλή κοτσίδα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ακόμα τα μαλλιά του ήταν λευκά και η πλάτη του μελανιασμένη. Και ας έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια. Σκέφτηκε πάλι το κορίτσι στον κάτω όροφο. Πόσο ωραία είναι τα δικά της χαρακτηριστικάχαρακτηρίστηκα. Το δέρμα της που είναι μελαμψό και γεμάτο μικρές φακίδες, τα μάτια της που είναι σκούρα αλλά λάμπουν. Τα μαλλιά της έχουν σκόρπιες λευκές τούφες. Όταν το βλέπει σε εκείνη, είναι ιδιαίτερο και χαριτωμένο. Όλα αυτά δεν έχουν νόημα, έτσι και αλλιώς δεν μπορούν καν να μιλήσουν ο ένας στον άλλον. Η δική του γλώσσα διαφέρει πολύ από την δική της. Επίσης, κάθε φορά που τον βλέπει αλλάζει δρόμο.
«Με φοβάται» σκέφτηκε δυνατά. Και έφυγε για δουλειά.
ΜΥΡΙΑΜ
Είναι ακόμα ένα σούρουπο που ένιωθε κενή. Δεν είχε κάποιο άτομο να μιλήσει, με κάποιο να σχολιάσουν τα χρώματα του ουρανού όσο βραδιάζει ή τα αστέρια. Η σοκολάτα εδώ δεν είχε την ίδια γεύση. Όταν ήταν μικρότερη, οι γονείς της και εκείνη έβγαιναν στο μικρό τους μπαλκονάκι και χάζευαν το μπλε που είχε για εκείνο το μισάωρο πάνω από τα κεφάλια τους. Μιλούσαν για την μέρα τους, τις περιπέτειες που κατάφεραν να προσπεράσουν, τις καινούριες λέξεις που έμαθε στο σχολείο. Μετά βράδιαζε εντελώς και ξάπλωναν. Η μαμά διηγούνταν παραμύθια, μύθους και ιστορίες από την οικογένεια της. Εκείνη αποκοιμιόνταν νιώθοντας ένα σμήνος από μπλε συννεφάκια να την αγκαλιάζουν. Προσπάθησε να σταματήσει να σκέφτεται και να θυμάται. Αποφάσισε να κοιτάξει για κάτι γλυκό. Τέτοια ώρα όλοι θα λείπουν. Δεν την παίρνουν μαζί τους όταν βγαίνουν για δουλειές. Βέβαια, καλύτερα για εκείνη. Τους φοβάται. Συνήθως γυρνάνε γεμάτοι αίματα, με κουρασμένα μάτια και μία ανυπόφορη μυρωδιά καπνού ποτισμένη στα ρούχα και στα μαλλιά τους. Κάποιες άλλες φορές λαχανιασμένοι και έντρομοι. Ίσως να νιώθει λίγο άνετα με εκείνο το αγόρι που την έσωσε. Δεν της μιλάει, δεν την κοιτάει και συναντιούνται συχνά τα βραδιά όταν εκείνος φτιάχνει καφέ και εκείνη μία ζεστή σοκολάτα. Μία μέρα της άφησε έξω από την πόρτα κάποια βιβλία και κάποιες σημειώσεις για να μάθει να μιλάει. Αλλά αυτή η γλώσσα είναι πολύ περίεργη και το αλφάβητο δεν μοιάζει σε τίποτα με το δικό της. Επίσης ο Ρίου κάνει χάλια γράμματα ο Ρίου.
Αποφάσισε να κατέβει στον πρώτο όροφο, στην κουζίνα και να φτιάξει ακόμα μία ζεστή σοκολάτα. Ίσως υπάρχει και κανένα μπισκοτάκι. Ίσως προλάβει να κάτσει λίγο στον λαχανί καναπέ πριν έρθουν οι υπόλοιποι. Ανοιγόκλεισε σιγά την πόρτα της και κατέβηκε ένα ένα τα σκαλιά. Αντί για εκείνη ήταν το μπλε συννεφάκι που είχε πάρει την θέση της. Τι και αν ήταν κάποιος μέσα στο σπίτι και της έκανε κακό. Τι και αν είχε μπει κάποιος για να τους σκοτώσει όλους;
Έφτασε. Κοίταξε λίγο τριγύρω, το τοπίο ελεύθερο. Ξαναεμφανίστηκε και ξεκίνησε να ψάχνει για μία τέλεια γαλάζια κούπα, με σπασμένο χερούλι. Ήταν αρκετά κωμικό το πως όλα ήταν διαλυμένα με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο εδώ μέσα. Η σοκολάτα ήταν σχεδόν έτοιμη. Ξάφνου ακούστηκε ο ανατριχιαστικός ήχος της πόρτας να ανοιγοκλείνει δυνατά και η Μύριαμ έμεινε ακίνητη. Σε δευτερόλεπτα στην θέση της δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο η ομίχλη της. Στην κουζίνα μπήκε ο Λοκ. Στις κλειδώσεις των δαχτύλων του είχε ξεραθεί αίμα και τα μάτια του ήταν εντελώς κενά. Το μπρίκι που ζέσταινε το γάλα άρχισε να σφυρίζει και το γάλα να χύνεται. Εκείνος κοντοστάθηκε στην πόρτα της κουζίνας γεμάτος απορία, προσπαθώντας να καταλάβει γιατί ένα γάλα ζεσταίνονταν από μόνο του. Μέχρι που η ματιά του σταμάτησε στα μάτια της που κρύβονταν πίσω από μία ημιδιάφανη μπλε ομίχλη.
«Είσαι εδώ;» ρώτησε
Δεν απάντησε.
«Δεν θα σου κάνω κακό» είπε ήσυχα.
Δεν απάντησε.
Το γάλα μύρισε καμένο και άρχισε να μαυρίζει το μάτι της κουζίνας.
ΛΟΚ
Ο Λοκ πήγε σιγά σιγά προς το μέρος της, προσπαθώντας να υπολογίσει που σταματάει η ομίχλη για να μην την πατήσει. Έπιασε το μπρίκι με μία πετσέτα που κρέμονταν λίγο πιο δίπλα σε ένα ντουλάπι και το άφησε στον νιπτήρα. Άνοιξε το ψυγείο, έβγαλε το χαρτονένιο κουτί με γάλα και το ακούμπησε στον πάγκο. Έπειτα έφυγε από την κουζίνα και κατευθύνθηκε προς την σκάλα. Τα χέρια του έτρεμαν. Τα κοίταξε προσπαθώντας να τα σταματήσει και θυμήθηκε την κατάστασή τους. «Τέλεια» σκέφτηκε από μέσα του.
ΜΥΡΙΑΜ
Άφησε μία ανάσα που κράταγε πολύ ώρα. Ξανά πήρε την κανονική μορφή της. Κοίταξε το ξεραμένο γάλα. Προσπάθησε να ηρεμήσει. Φοβήθηκε. Αν και είναι στην ίδια ηλικία, αν και τον ήξερε, δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανέναν τους. Ξεκίνησε να πλένει το μπρίκι. Μετά από λίγο η σοκολάτα ήταν έτοιμη. Η γαλάζια κούπα γεμάτη και αχνιστή. Γύρισε στο δωμάτιο της. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει για τα καλά.
Artwork: Moth

