Παρ' το σκατό και τρέχα
Ήταν η πρώτη ηλιόλουστη μέρα μετά από καιρό.
Είχα σχεδόν εξαντλήσει τα ρεπό μου για αυτό τον μήνα, και ας βρισκόμασταν ακόμα λίγο πριν τα μέσα του. Δύο από αυτά τα ξόδεψα επειδή έπιασα ίωση και ανέβασα σαράντα πυρετό. Στην δουλειά μετά πήγα με τριάντα επτά και κάτι δέκατα, οπότε καλά έκανα και ξεκουράστηκα εκείνες τις δυο μέρες. Ένα ακόμα το χρησιμοποίησα για να βγω ένα ραντεβού, μα το άτομο με το οποίο είχαμε κανονίσει δεν ήρθε ποτέ. Δεν ξέρω αν έκανε λάθος με την μέρα, την ώρα, ή το σημείο συνάντησης. Ή αν έκανα εγώ.
Το τέταρτο και τελευταίο ρεπό για τον μήνα του Νοέμβρη, αυτού του Νοέμβρη που μόνο μπόρες, ομίχλη και μουντίλα μας χάρισε, το επένδυσα για σήμερα. Το ξέρω πως πήρα αυτή την απόφαση πολύ ανώριμα και φευγαλέα, μα χθες το βράδυ που έμαθα για τον σημερινό καιρό, δεν αντιστάθηκα και πήρα το ρίσκο.
Και πόσο δικαιώθηκα!
Αυτό το πρωινό, ήτανε χάρμα της Φύσης! Τα σκοτεινά σύννεφα που επισκίαζαν τον ουρανό μοχθηρά, που μας έκλεβαν τον ήλιο, φαίνεται να πήραν και αυτά άδεια σήμερα. Το πλακόστρωτο έδαφος της πόλης ήταν στεγνό για πρώτη φορά μετά από καιρό. Τα βουνά στο βάθος, έδειξαν περήφανα την θαλερή πρασινάδα που στόλιζαν τις ράχες τους, και κατάφερα επιτέλους να θαυμάσω την πλήρη ομορφιά τους, λόγω της έλλειψης ομίχλης. Έμοιαζαν τόσο όμορφα, έτσι όπως τα έβλεπα από μακριά. Μία μέρα θα τα επισκεφτώ, έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου.
Τα δεντράκια και τα πολύχρωμα λουλούδια στις γλάστρες των μπαλκονιών ξεπρόβαλλαν με αυτοπεποίθηση, ενώ τα εξωτικά φυτά κρέμονταν ανέμελα, δημιουργώντας πράσινες σκάλες κατά μήκος των βαμμένων με κάθε λογής χρώματα τοίχων των σπιτιών. Οι γείτονες έβγαιναν έξω και περπατούσαν οριακά με χοροπηδητά, έχοντας βρει και πάλι από το γραφείο απολεσθέντων το χαμόγελό τους.
Εξερευνούσα τα σοκάκια της πόλης ανέμελος, τους καλημέριζα έναν-έναν, και αυτοί με χαιρετούσαν πίσω. Ακόμα και αυτούς που δεν ήξερα. Ένιωθα σαν να αιωρούμαι με κάθε βήμα. Φόρεσα την καλή μου φορεσιά κιόλας. Αυτή που οι περιστάσεις ποτέ δεν με άφηναν να φορέσω. Το βελούδινό σακάκι, χρώμα τιρκουάζ, από κάτω το λευκό πουκάμισο με τα σχέδια, μία μάλλινη, βυσσινί παντελόνα και τα αγαπημένα μου κίτρινα κυρτά προς τα πάνω παπούτσια. Και μην ξεχνάμε το ημίψηλό μου, χρώμα κίτρινο και αυτό.
Πέρασα από ένα νέο στενό. Παράξενο που δεν είχα ξανάρθει εδώ. Περιτριγυρισμένος από χρώμα και ψηλά μπαλκόνια, συνέχιζα στον διάβα μου. Ένα σπίτι, πιο ιδιαίτερο από τα υπόλοιπα, βρίσκονταν στα αριστερά μου ενώ περπατούσα. Η είσοδός του ήταν μικρή, αλλά φαινόταν πιο καινούργια από τους υπόλοιπους τοίχους. Σαν να είχε γκρεμιστεί από κάποιον σεισμό και να την ξανάφτιαξαν. Τα νέα τούβλα, σαν περίγραμμα, φανέρωναν τα σημεία που είχαν γκρεμιστεί. Πολλά πλακάκια αποχέτευσης βρίσκονταν στην είσοδό του, ενώ τουλάχιστον μια ντουζίνα από πεντάλιτρα καφάσια με γάλα, που ξεχείλιζαν και έβαφαν λευκό το πλακόστρωτο, κείτονταν γύρω από την είσοδό του. Μία φιγούρα, λεπτοκαμωμένη και κυρτή, είχε γυρισμένη την πλάτη σε μένα και σκούπιζε το έδαφος με μια αχυρένια σκούπα. Ήταν ένας γέρος, που τον πρόδιδαν τα μακριά, πιο άσπρα και απ’ το χυμένο γάλα μαλλιά του. Φαινόταν τρομερά αφοσιωμένος σε ό,τι έκανε.
Στα ξαφνικά, μου ήρθε μια τρομερή σκέψη.
Η πόλη γιόρταζε.
Το χρειαζόμουν αυτό. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, νιώθω σαν… Νιώθω πως…
Ο γέρος σκούπιζε μανιωδώς. Μια ύποπτη μυρωδιά υψώθηκε στον αέρα.
Νιώθω πως η ζωή είναι ωραία. Ίσως να σε έκρινα πολύ σκληρά. Νιώθω έτοιμος να ερωτευθώ ξανά μαζί σου. Νιώθω έτοιμος να μην σε φοβάμαι. Θέλω να γνωρίσω κάθε πτυχή σου, καλή ή κακή. Θέλω να-
Ένα σκατό εκτοξεύθηκε από την σκούπα του γέρου σαν καταπέλτης και με βρήκε στον αριστερό μηρό, έκανε ένα τρομερό «πλαφ» και έσπασε σε αμέτρητα σημεία, στέλνοντας θραύσματα κατά μήκος όλου μου του σώματος. Έμεινα στην θέση μου, άφωνος. Κοίταξα τα χέρια μου, τα οποία είχαν καφέ λεκέδες, ακόμα και ανάμεσα στις πτυχώσεις των δαχτύλων μου. Μη ξέροντας τι να κάνω, έστριψα το κορμί μου , με τέτοια προσβολή, σαν ένα πτηνό που κοιτάει κάποιον που του διέλυσε την φωλιά. Με τα μωρά του μέσα.
Ο γέρος είχε ακόμα γυρισμένη την πλάτη. Σκούπιζε με την ίδια μανία, πάνω από τα πλακάκια της αποχέτευσης, στέλνοντας σκατά στα απύθμενα βάθη της. Του επιτέθηκα με το πιο απεχθές βλέμμα που μπόρεσαν να σμιλέψουν τα μάτια μου, μα εκείνος έμενε ατάραχος. Μη μπορώντας να κρατηθώ άλλο, αναφώνησα. Με συγχωρείτε;!
Ο γέρος γύρισε και με κοίταξε μεμιάς και με την ίδια σβελτάδα συνέχισε να με αγνοεί και να σκουπίζει. Τα γάλατα σαν να ξεχείλιζαν και να αναμειγνύονταν με όλα τα υγρά και στερεά, φτιάχνοντας ένα ασπρόμαυρο μείγμα, σαν δέρμα ζέβρας.
Μου ήρθε να κάνω εμετό. Μα ο θυμός μου, o οποίος πλέον έβριθε άφθονος από μέσα μου, επικράτησε. Είστε με τα καλά σας;! Σκουπίσατε ένα σκατό πάνω μου! Δείτε πως με κάνατε!
Χωρίς να σταματήσει, μήτε να με κοιτάξει, μου αποκρίθηκε ενοχλημένα.
«Παράτα με στα βάσανά μου βρε άνθρωπε.»
Βάσανα; Έχει και βάσανα; Τον ενοχλήσαμε; Με τα βάσανά μου ποιος θα ασχοληθεί; Τι έκανα για να το αξίζω αυτό;
Ποιος νομίζει ότι είναι τέλος πάντων!
Δεν μπορούσα να το αφήσω να περάσει έτσι. Ήταν από τις λίγες φορές που ήμουν σίγουρος για το δίκιο μου.
Ένα σκατό είχε ήδη εκραγεί πάνω μου. Δεν έχω τίποτα να χάσω. Δεν θα κάνω πίσω, δεν θα κρατηθώ, ούτε καν μερικώς. Θα τα βγάλω όλα. Με αδίκησαν και για πρώτη φορά, θα ξεσπάσω πάνω τους! Δεν θα συγχωρέσω. Δεν θα δώσω ελαφρυντικά. Δεν θα προσπαθήσω να μπω στην θέση τους, δεν θα δω τα πράγματα από την δική τους οπτική. Δεν θα σιωπήσω για να αποφευχθεί ο καβγάς, η φασαρία. Η γαλήνη της γειτονιάς θα διαταραχθεί! Ποσώς με ενδιαφέρει!
Θα κάνω σκηνή! Θα εξαπολύσω ό,τι βρισιά δεν έχω πει, όποια βρισιά έχω σκεφτεί και όποια πρόκειται να δημιουργηθεί στο μακρινό μέλλον. Μου έριξαν ένα σκατό, γαμώτο μου! Εσείς πώς θα αντιδρούσατε;
Με ανανεωμένη αυτοπεποίθηση και την φλόγα της εκδίκησης να καίει τα σωθικά μου, κοίταξα ξανά τον κουρελιάρη γέρο, ο οποίος είχε πιάσει ασύλληπτη συχνότητα σκουπίσματος μπρος-πίσω. Ρε σκατόγερε, ρε κοπρόσκυλο, ρε παλιομαλάκα, γαμώ το φελέκι σου γύρνα να με δεις! Δες πώς με έκανες ρε μπασταρδεμένο, μαραμένο αρχίδι!
«Σκατόγερος; Μόνο έναν εδώ γύρω βλέπω λουσμένο στα σκατά.»
Η οργή έλαμψε στο πρόσωπό μου. Πόσο μαλάκας παίζει να είσαι για να σκουπίζεις σκατά μέρα-μεσημέρι σ’ όλη την γειτονιά, μου λες; Δες πως με έκανες!»
«Εσύ βρέθηκες στον δρόμο μου. Ας πρόσεχες. Φύγε τώρα.»
Έμεινα άναυδος.
«Κάθε μέρα το κάνω αυτό.» Συνέχισε. «Οι γείτονες το ξέρουν. Καινούργιος είσαι εδώ, ή απλά ηλίθιος;»
Δεν άντεχα να τον ακούω άλλο. Αυτό το ραμολιμέντο της κακιάς ώρας. Δεν θα φύγω από εδώ αν δεν βρω το δίκιο μου! Τα αγαπημένα μου ρούχα μου έγιναν χάλια, βρωμάω από πάνω έως κάτω, υπάρχουν σκατά στα χέρια μου και αρχίζει να με πιάνει φαγούρα από την βρώμα!
«Και τι θες να κάνω ρε, να σε λούσω με το λάστιχο όπως έκανε η κακομοίρα η μάνα σου όταν ήσουν ένα σπαστικό βυζανιάρικο παιδί;»
Για μια στιγμή το σκέφτηκα. Όμως στα αλήθεια, τι θα μπορούσε να κάνει; Το κακό είχε γίνει ήδη. Έπαιρνα-δεν έπαιρνα την εκδίκησή μου, θα το έκανα λουσμένος στα σκατά.
Δεν έχει σημασία! Έχω λυσσάξει και δεν θα κάνω πίσω! Όχι ξανά!
«Έχεις ήδη το σκατό πάνω σου.» μου είπε. «Τυχερός είσαι, σκέψου πως τουλάχιστον δεν πήγε στο στόμα σου. Τα ρούχα σου όμως λερώθηκαν. Χάρη σου κάνω, ήταν χάλια και καθαρά που ήταν. Μπορείς να πας και να τα αλλάξεις. Όσο κάθεσαι εδώ και λογομαχείς μαζί μου, τόσο περισσότερο θα υποφέρεις. Γιατί πίστεψε με, ήδη βρωμάς αφόρητα.»
Με κοίταξε με το πιο πράο, αγελαδίσιο βλέμμα και μου ανακοίνωσε ατάραχος.
«Συνεπώς, παρ’ το σκατό και πάνε στο καλό.»
Εγώ τον αγνόησα και άρχισα να γκαρίζω, εξαπολύοντάς του όποια βρισιά δεν είπα πριν, τις οποίες θα ήταν άπρεπο να τις γράψω εδώ. “Τα λεγόμενα πετούν, τα γραπτά μένουν.” Ή κάπως έτσι πάει το ρητό.
«Σσσσσττττ!» Ένα τόσο γέρικο, ποταπό και εκνευριστικό «σσστ» μου επιτέθηκε στα αφτιά, χτυπώντας αδυσώπητα κάθε κουδούνι του μυαλού μου και κάνοντάς με να βράζω στο ίδιο μου το αίμα.
«Μην φωνάζεις ηλίθιε!» μου ψιθύρισε. «Θα την ξυπνήσεις!»
Εγώ δεν κατείχα την διαύγεια, μήτε την θέληση να καταλάβω τι ήθελε καν να πει με αυτό, οπότε συνέχισα ακάθεκτος την εξύβριση.
«Δεν θες να την ξυπνήσεις παλιομαλάκα!» με διέκοψε. «Το σκατό σου και τα βρωμόρουχά σου θα είναι το τελευταίο μας πρόβλημα εάν την ξυπνήσεις!»
Κοντοστάθηκα για μια στιγμή. Ίσως έμεινε και αυτός έκπληκτος, γιατί το βούλωσα και σταμάτησα να μιλώ, πράγμα που μάλλον δεν το περίμενε. Κοιταχθήκαμε μερικά δευτερόλεπτα, δίχως να ακουστεί κιχ. Μετά, ίσως κάπως ικανοποιημένος, ο γέρος μου γύρισε πλάτη και συνέχισε να σκουπίζει.
«Πως θα την βάλω μετά για ύπνο ξανά;» τον άκουσα να μουρμουρίζει στον εαυτό του. «Όχι όχι, μεγάλος μπελάς.»
Η γειτονιά, βρήκε και πάλι την γαλήνη της. Όμως εγώ βρισκόμουν ακόμα μέσα στα σκατά. Δέλτα χι ίσων μηδέν. Θα μπορούσα να φύγω, να πάω σπίτι, να βγάλω τα αγαπημένα μου ρούχα και ηττημένος, να κάνω μπάνιο. Μετά, ακόμα πιο ηττημένος, να χάσω σχεδόν την υπόλοιπη μέρα του ρεπό μου, πλένοντάς τα στο χέρι και παλεύοντας με τους ανίκητους λεκέδες που τα είχαν βεβηλώσει. Ίσως και να ήταν η πιο σοφή, στωική απόφαση.
Μετά όμως θυμήθηκα την υπόσχεσή μου.
Δεν με νοιάζει πλέον αυτό. Έχω πάθει ήδη τα πάντα. Και χειρότερα από αυτό. Μα πλέον αυτό που ζητάω έχει περισσότερη αξία από οτιδήποτε. Δεν έχει νόημα η εκδίκηση. Η συγχώρεση όμως; Έχω ανάγκη να ζητήσω και να λάβω, επιτέλους, μία συγγνώμη.
Έδωσα ό,τι δυνάμεις είχα, για να καταστρώσω όσο πιο αψεγάδιαστα τις επόμενες φράσεις στο μυαλό μου, προτού τις πω. Τίποτα δεν μου άρεσε, τίποτα δεν κάλυπτε τα πάντα όπως τα ήθελα. Κάποιες ακούγονταν πολύ επιθετικές, κάποιες πολύ παθητικές. Μα άθελά του, με βοήθησε ο γέρος.
«Ακόμα εδώ είσαι;» μου είπε ξερά.
Δεν το σκέφτηκα άλλο. Θα τα πω όλα, όπως μου έρθουν στο μυαλό.
Καταλαβαίνω πως ό,τι έγινε, έγινε. Τα ρούχα μου, είναι χάλια, μυρίζω απ’ την κορφή ως τα νύχια. Η μέρα μου, πιθανότατα χάλασε. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να το αποδεχτώ. Και όσο πιο γρήγορα το κάνω, τόσο πιο γρήγορα θα κάνω μια νέα αρχή.
«Ναι ναι, καλά τα λες, αλλά ακόμη εδώ βρίσκεσαι.»
Κρατήθηκα. Ήταν ένα ατυχές συμβάν. Δεν θα κάνω σταυροφορία εναντίων σας. Πιστεύω πως εάν με βλέπατε, δεν θα γινόταν αυτό. Όπως και πιστεύω πως αν εγώ, σαν τους γείτονες, γνώριζα για τα εχμ… καθήκοντά σας, θα ήμουν πιο προσεκτικός.
«Θεέ και Κύριε που μπλέξαμε…» ψιθύρησε.
Θέλω να πω, πως στην τελική, δεν φταίει κανείς μας. Και οι δύο θύματα είμαστε. Και οι δύο σκατά έχουμε. Η διαφορά μας είναι ότι εσείς τα σκουπίζετε, εμένα είναι πάνω μου.
Ο γέρος ρόλαρε τα μάτια του πίσω. Το κατάλαβα και ας είχε γυρισμένη την πλάτη του. Τον κούραζα αφόρητα.
Οπότε -και με αυτό θα σας αφήσω το υπόσχομαι- θα σας ζητήσω μόνο ένα πράγμα. Θα ήθελα να μου ζητήσετε, απλά μια συγγνώμη. Μια ταπεινή, καλοπροαίρετη, αθώα συγγνώμη. Τίποτα παραπάνω. Υπόσχομαι πως μετά από αυτό, θα σας αφήσω. Όλο το πράγμα θα λήξει, σαν να μην έγινε ποτέ. Η γαλήνη, θα επανέλθει για όλους.
Ο γέρος, σταμάτησε να σκουπίζει. Έκατσε λίγη ώρα, στηρίζοντας το βάρος του στην σκούπα. Έτριψε τα κάτασπρα μαλλιά του, χάιδεψε την πυκνή προβατίσια γενειάδα του. Φυσούσε και ξεφυσούσε. Κοίταξε το άπειρο, μια τον ουρανό και μια το πάτωμα, εκεί που ακόμα το γάλα αναμιγνύονταν με τα σκατά, που ένας Θεός ήξερε γιατί ήταν τόσα πολλά και από που έρχονταν.
Στιγμές μετά, που φάνηκαν σαν αιωνιότητα, τον άκουσα να παίρνει μια βαθιά ανάσα. Προετοιμάστηκε κάτι να πει, κόβοντας έτσι την δική μου.
«Ας μην ήσουν στον δρόμο μου.» είπε κοφτά.
Συνέχισε να σκουπίζει.
…
Χα! Τι αφελής που ήμουν! Συγγνώμη; Καλή πρόθεση; Ειρήνη; Σαν να ψάχνω για χελώνες στα κλαδιά ενός δέντρου. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στις μέρες μας. Το μόνο που ξέρει τελικά ο κόσμος, είναι η εκδίκηση! Ποια ήταν που δεν έπρεπε να ξυπνήσει; Ποσώς ενδιαφέρθηκα να μάθω. Ας ξυπνήσει η μαλακισμένη!
Τον εκδικήθηκα λοιπόν. Άρχισα να φωνάζω. Όχι να βρίζω, να φωνάζω. ΞΥΠΝΑ! ΞΥΠΝΑ! ΞΥΠΝΑ!
Ο γέρος πέταξε την σκούπα και γραπώθηκε σαν γάντζος πάνω μου. «Σταμάτα ρε ηλίθιε! Κακομοίρη μαλάκα, τι διάολο κάνεις, έχεις τρελαθεί εντελώς;!»
Μα εγώ συνέχιζα. Τώρα δεν έλεγα καν υπάρχουσες λέξεις. Δημιουργούσα δικές μου, ακαταλαβίστικες, σε γλώσσες παρελθοντικές, μελλοντικές, σε γλώσσες και συχνότητες που θα έπιαναν μόνο εξωγήινοι. Ο γέρος προσπαθούσε να με κάνει να το βουλώσω, να σκάσω. Μα το σάψαλο, η μισορυξιά, δεν μπορούσε με τίποτα να το καταφέρει. Στιλπνός και ελαφρύς, θα μπορούσα να ολοκληρώσω μαραθώνιο με τον μαλάκα γαντζωμένο στην πλάτη μου. Ξαφνικά με κατέβαλλαν τα γέλια, στην σκέψη πως στην κατάσταση που βρισκόμασταν, σαν σακίδιο στην πλάτη μου, λερώθηκε και ο γέρος από το σκατό που μου εκτόξευσε μερικά λεπτά πριν. Τελικά, όλα σε αυτή την ζωή πληρώνονται με το ίδιο νόμισμα. Ή με το ίδιο σκατό, εν προκειμένη περίπτωση.
Άρχισα να γελάω ακόμα πιο δυνατά. Η τριγύρω γειτονιά, εισήλθε και αυτή στην ορχήστρα. Σαν διαδοχικά κρουστά, ακούγονταν ένα-ένα τα «μπάμ» που έκαναν παραθυρόφυλλά που έκλειναν απότομα στα παράθυρά τους. Ο εκκωφαντικός τους θόρυβος μου απόσπασε την προσοχή από την μάχη και ο γέρος το εκμεταλλεύτηκε. Αποδείχθηκε σκληρό καρύδι τελικά, ο μπάσταρδος.
Ένιωσα έναν οξύ, ανυπόφορο πόνο, λες και με είχε φάει χοντρός αρουραίος. Ο κωλόγερος με είχε δαγκώσει στο αυτί, με το τελευταίο του καλό δόντι. Έχασα την ισορροπία μου και, πέσαμε μαζί στο έδαφος, στα πλακάκια της αποχέτευσης. Όντας ένα, συσσωμάτωμα νεότητας και γηρατειών, κυλιόμασταν στο μείγμα γάλατος και σκατών, ενώ παλεύαμε. Σαν ενοχλητικό ζιζάνιο, προσπαθούσα να τον ξεφορτωθώ, μα είχε γραπωθεί πάνω μου. Κάναμε τεράστιο σαματά.
«Θα σε γαμήσω παλιοτόμαρο, σκάσε! Σκάσε για όνομα του Θεού!»
Μα εγώ ήμουν ανένδοτος. ΞΥΠΝΑ ΞΥΠΝΑ! Να δούμε τι θα κάνεις μετά βρωμιάρη! Σε μια εντυπωσιακή κίνηση που εξέπληξε ακόμα και εμένα, κύρτωσα το σώμα μου και τον έπιασα από τον σβέρκο. Με τέλειο συγχρονισμό, καμπούριασα και τον τράβηξα προς τα κάτω, τα αδύναμά του χέρια παραδόθηκαν και το εύθραυστο κορμί του υποτάχθηκε στην θέληση της βαρύτητας. Ακούστηκε ένα «ΠΛΑΦ» μαζί με έναν κρότο, όπως όταν ένα κούτσουρο χτυπά πάνω σε πέτρα και ο γέρος τίναξε παταγωδώς προς κάθε κατεύθυνση γάλα και σκατά. Βόγγιξε και έμεινε για λίγο εκεί, ανήμπορος να σηκωθεί.
«Καλέ μου, ποιος είναι εκεί;»
Μια γέρικη, γυναικεία φωνή, μας επιτέθηκε βίαια στα αυτιά. Τσιριχτή και σάπια, μα ταυτόχρονα μπάσα και εφιαλτική, σαν νύχια σε μαυροπίνακα. Τρύπωσε και εισχώρησε στα αυτιά μου σαν παράσιτο.
Ο γέρος τινάχθηκε από τον πάτο του μίγματος, η μούρη του ασπρόμαυρη, η γενειάδα του να στάζει σαν μπογιά από πινέλο. Δεν μου έδωσε σημασία και έτρεξε, ξεκλείδωσε την πόρτα από το σπίτι και εισήλθε σαν σίφουνας.
«Καλέ μου, πεινάω! Φέρε μου να φάω!» ακούστηκε να στριγγλίζει το ον από μέσα.
Κάθε ένστικτό μου μου φώναζε, «Τρέξε! Τρέξε ζωντόβολο και μην κοιτάς πίσω!» Πολύ κρίμα που όλα τα ένστικτα ηττήθηκαν από αυτό της περιέργειας. Έκανα δύο ελαφρά βήματα και κρυφοκοίταξα πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα.
Ένα δωμάτιο, σκοτεινό. Ο γέρος ακόμα έτρεχε προς το βάθος του. Μακρόστενο, φαινόταν να κάμπτεται και να κυρτώνει, οριακά προς το άπειρο. Με ζάλιζε, δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο μέσα πήγαινε. Ο γέρος ακόμα έτρεχε. Έχετε δει ποτέ πλοίο να χάνεται στον ορίζοντα; Κάπως έτσι ένιωθα όταν έβλεπα τον γέρο. Μία γιγαντιαία τηλεόραση πυργώνονταν στο απύθμενο βάθος, από αυτές τις παμπάλαιες, που είναι οριακά πιο χοντρές στο πλάτος παρά στο μήκος τους. Η τηλεόραση έφεγγε και τρεμόπαιζε σπασμωδικά, προσφέροντας τον μόνο φωτισμό στον χώρο, βγάζοντας υπόκωφες συχνότητες, απόκοσμων ήχων.
Οι ακτίνες των πίξελ της, φώτιζαν απέναντι, σε μια εξίσου γιγαντιαία πολυθρόνα. Μία γριά, θεόρατη, κολοσσιαία, τρομερή και πλαδαρή, στρογγυλοκαθόταν στην πολυθρόνα. Μπορεί να είχε και τρία, τέσσερα μέτρα ύψος, μα δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος. Κοιτούσε με τα τεράστια, κιτρινισμένα της μάτια τον γέρο, ο οποίος έτρεχε προς το μέρος της λες και εξαρτιόταν η ζωή του.
Έφτασε επιτέλους δίπλα της, λαχανιασμένος και κατάκοπος.
«Καλή μου, πέσε ξανά για ύπνο σε παρακαλώ, δεν είναι ώρα ακόμα»
«ΠΕΙΝΑΩ.» βρυχήθηκε η τερατώδης γριά, «Φέρε μου γάλα.»
«Μα δεν έχουμε πει, καλή μου, δεν σου κάνει καλό, μου είχες υποσχεθεί πως-»
«ΘΕΛΩ γάλα. Θα μου το φέρεις.»
Ο γέρος προσπάθησε κάτι να πει, μα δεν έβρισκε τα λόγια. Την κοιτούσε από κάτω, σαν μικρό, ανήμπορο μυρμήγκι.
«Ποιος με ξύπνησε;» γρύλισε η γριά.
«Εσύ με ξύπνησες;»
Τα κίτρινα μάτια γύρισαν, το ένα ακολούθησε το άλλο με μια μικρή καθυστέρηση και τα είδα, από το αβυσσαλέο βάθος, να καρφώνονται πάνω μου. Δεν μου έβγαινε λαλιά, είχα κοκκαλώσει στην θέση μου.
«Δεν μιλάς πολύ ε; Θα σε κάνω εγώ να κελαηδήσεις.»
Βρυχήθηκε ξανά η γριά και σηκώθηκε απότομα από την πολυθρόνα. Το τεράστιο, πλαδαρό γυμνό της πόδι πάτησε τον γέρο που καθόταν ακόμα σκεπτόμενος και τον έλιωσε σαν αλουμινένιο κουτάκι αναψυκτικού, κάνοντάς τον ένα με το πάτωμα. Ακούστηκε μια αποτρόπαια συμφωνία ήχων, από κόκκαλα να θρυμματίζονται και εντόσθια να πλακώνονται και ο γέρος έσκασε σαν χειροβομβίδα.
Το βήμα της τράνταξε όλο το κτήριο, λες και έγινε σεισμός. Το σκοτεινό δωμάτιο, που κύρτωνε και κάμπτονταν στον χώρο, πλέον φαινόταν σαν να χιόνιζε, από όλους τους σοβάδες που έκαναν ελεύθερη πτώση από το ταβάνι.
Μέσα από την χιονοθύελλα, είδα την γριά με το δεύτερό της βήμα να γίνεται διπλάσια σε μέγεθος, να μεγαλώνει όσο πλησίαζε με αναπτυσσόμενη επιτάχυνση πάνω μου. Επιτέλους, τα υπόλοιπα ένστικτα έκαναν αυτό που κάνει κάθε μη βλακώδης οργανισμός και με έστειλαν να τρέχω πανικόβλητος, όσο πιο γρήγορα μου επέτρεπε η φύση και οι μύες του σώματός μου. Έφυγα από την πόρτα, η πόλη πήρε ξαφνικά κανονικές διαστάσεις και γίνανε όλα πάλι μέρα. Κοιτώντας τριγύρω, συνειδητοποίησα πως ήμουν μόνος στον δρόμο αυτή την φορά. Κάθε πόρτα κλειδαμπαρωμένη, όλα τα παράθυρα σφραγισμένα.
Πιο σύντομα απ’ όσο περίμενα, άκουσα πίσω μου μια έκρηξη. Είδα να πετούν πάνω από το κεφάλι μου τούβλα, πέτρες και σοβάδες. Έκανα μανούβρες να τα αποφύγω. Κοίταξα πίσω ενώ έτρεχα και είδα την γριά, που είχε γκρεμίσει όλη την είσοδο του κτηρίου και πλέον, ήταν όσο ψηλή όσο μια τριώροφη πολυκατοικία.
«ΤΡΕΞΕ» μου γρύλισε εύθυμα, τα σάπια χείλη της υποχώρησαν και ένα τερατώδες, γιγάντιο χαμόγελο με δόντια σαν πλήκτρα πιάνου καρφώθηκε πάνω μου.
Πήγα στην κυριολεξία να χεστώ πάνω μου. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς κρατήθηκα. Όχι ότι θα είχε και μεγάλη διαφορά μετέπειτα.
Έτρεχα σαν μανιακός στους άδειους δρόμους. Δέκα βήματα δικά μου, ισοδυναμούσαν με ένα δικό της. Έκανα μανούβρες, ζιγκ-ζαγκ, έστριβα σε στενά, σκαρφάλωνα φράχτες, πηδούσα από σκεπές. Συνειδητοποίησα πως είχα ικανότητες για τις οποίες θα γελούσα με δυσπιστία αν μου τις αναφέρατε πριν. Τρύπωνα σε κρυψώνες, κυλιόμουν στους αγκώνες, πηδούσα σαν κουνέλι απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Μα οι μονοκατοικίες ήταν κοντές, το πολύ διώροφες. Και η γριά-τέρας με καραδοκούσε, σαν ελικόπτερο, το μάτι της έφεγγε παντού και ας μην με έβλεπε, πάντα ήξερε που κρυβόμουν. Μια στο τόσο που νόμιζα ότι με είχε χάσει, χωμένος σε κάποια τσιμεντένια χαραμάδα ανάμεσα στα κτήρια, έβλεπα ένα κιτρινισμένο μάτι να με κοιτάζει μέσα από τα στενά. Εάν έμενα σε μια κρυψώνα αρκετή ώρα, θα με ξετρύπωνε όπως τα ποντίκια από τις τρύπες τους. Το σάπιο της χέρι θα έτεινε, θα με άρπαζε στην χούφτα της σαν παιχνίδι μωρού, και δεν θέλω να φανταστώ τι θα ακολουθούσε.
Η σκατόγρια δεν με άφηνε με τίποτα. Πρέπει να το διασκέδαζε. Είχα αρχίσει όμως να εξουθενώνομαι σε τέτοιο βαθμό, που ακόμα και η αδρεναλίνη που ξεχείλιζε από κάθε πόρο του κορμιού μου δεν μπορούσε να καλύψει. Νιώθοντας ότι τα πόδια μου σύντομα θα κατέρρεαν, μάζεψα όποιες εναπομένουσες δυνάμεις, σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να εφαρμόσω ένα τελευταίο απελπισμένο πλάνο. Ίσως κάποιος να με βοηθήσει. Ίσως εάν πάω κάπου που έχει κόσμο, να γλιτώσω το τομάρι μου.
Μα κανείς δεν ήταν έξω. Ψυχή δεν υπήρχε πουθενά. Τώρα που με ρωτάτε, δεν ξέρω καν τι θα μπορούσε να προσφέρει στην κατάσταση που βρισκόμουν κάποιο άτομο εκείνη την στιγμή. Η γριά θα μας έτρωγε σαν σνακ και τους δύο. Μα ίσως ήθελα απλώς να δω κάποιον άνθρωπο. Μόνο την γενικότερή του παρουσία ποθούσα. Δεν ξέρω σε τι ήλπιζα. Ίσως να πίστευα πως δεν ζούσα ό,τι ζούσα εκείνη την στιγμή, πως η παρουσία ενός ανθρώπου, σώας τας φρένας, θα πρόσδιδε λογική σε όλη την παράνοια που ζούσα, που πιο πολύ εφιάλτης έμοιαζε παρά πραγματικότητα. Ίσως η παρουσία ενός ανθρώπου εκείνη την στιγμή, χρησιμοποιώντας το σφυρί της λογικής, να θρυμμάτιζε σε χίλια κομμάτια αυτή την κατάσταση. Ίσως όταν τον έβλεπε η γριά να εξατμιζόταν μονομιάς, απλά και μόνο γιατί ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Λεπτό γυαλί του τι είναι αληθινό και τι δεν είναι, θα έσπαγε εντελώς και θα φανερώνονταν όλα.
Όμως κανένας δεν είχε μείνει έξω εκείνη την μέρα. Καλύτερα έτσι. Δεν ήθελα κανείς να μοιραστεί τη μοίρα που επρόκειτο να μου επιβληθεί.
Με το σώμα μου να παραδίνεται στην κόπωση και την γριά να με κυνηγάει ακόμα ακάθεκτη, οι επιλογές μου μειώνονταν. Πήδηξα τα κάγκελα από την αυλή ενός σπιτιού, έστριψα απότομα σε μια γωνία και προς την φρίκη μου, συνειδητοποίησα πως ήμουν στην κεντρική πλατεία της πόλης. Από πίσω μου, η γριά κάλυπτε ταχύτατα την απόστασή μας. Την ένιωθα πάνω από τον ώμο μου.
Διέσχισα την πλατεία, που είχε σχήμα ημικυκλίου. Στο τέλος της, στο κομμάτι που ήταν ευθεία, συνόρευαν μαύρα κάγκελα. Από κάτω τους, το κενό.
Δεν ξέρω γιατί πήγα εκεί. Έπεσα με ταχύτητα πάνω στα κάγκελα, τα οποία με φρέναραν απότομα και παραλίγο να εκτοξευόμουν προς τον γκρεμό. Τα έπιασα σφιχτά. Κοίταξα κάτω. Βράχια, βράχια, σε κλίση ενενήντα μοιρών, κατέβαιναν κάτω προς το άπειρο. Απέναντι από το κενό, τα πράσινα βουνά. Αχ πόσο θα’ θελα να ήμουν στην αγκαλιά σας! Να κουρνιάσω στις ρίζες των πλατανιών σας! Να γίνω ένα μαζί σας. Τελικά δεν μου ήταν γραφτό, να σας επισκεφτώ. Θα πεθάνω με μόνη γλύκα, την ιδέα της ομορφιάς σας.
Εξουθενωμένος, έγειρα το κορμί μου να ξαποστάσω. Γύρισα πλάτη στα βουνά και είδα την γριά, να συνεχίζει να με καταδιώκει, μα αυτή τη φορά με απλωμένο το κάτασπρο σάπιο της χέρι, η χούφτα της στραμμένη προς το μέρος μου.
«Είσαι δικός μου.» γρύλισε, τα εφιαλτικά της μάτια έλαμψαν με ενθουσιασμό.
Έκλεισα τα μάτια μου. Το τελευταίο πράγμα που είδα, ήταν τα δάχτυλά της να συσπώνται, να κλείσουν, να γίνουν το κλουβί μου.
Ένιωσα μια τρομερή δύναμη. Κάποιος, -κάτι- με άρπαξε από τον σβέρκο, όπως πιάνουν οι λιονταρίνες τα λιονταράκια τους. Τα πόδια μου πέταξαν. Ένιωσα να αιωρούμαι. Είχα ακόμα σφιγμένα τα μάτια, όταν άκουσα την φωνή της γριάς, πιο εφιαλτική και τσιριχτή από ποτέ. Φώναζε, έσκουζε, έκλαιγε με μαύρο δάκρυ και φριχτό παράπονο.
«ΌΧΙ! ΌΧΙ! ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΕ ΠΡΟΣΕΧΕΙ ΤΩΡΑ;»
Άνοιξα τα μάτια μου. Είδα την πελώρια γριά να βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, να έχει τεντώσει κάθε διεστραμμένο τένοντα του κορμιού της και να προσπαθεί να με πιάσει. Τα νύχια του χεριού της, ανοιγόκλειναν σαν δαγκάνες.
Κοίταξα τριγύρω μου. Πετούσα. Έφευγα μακριά. Απομακρυνόμουν. Δεν ξέρω από τι. Μια γλυκιά δύναμη, που δεν μπορούσα να αντικρίσω μήτε να καταλάβω, με ταξίδευε μακριά από την πλατεία, μακριά από την πόλη, μακριά από την γριά…
Με ταξίδευε, αργά, μαλακά και σταθερά. Ο αέρας χάιδευε τρυφερά το μάγουλό μου. Τα σύννεφα, πουπουλένια μαξιλάρια στο κορμί μου. Οι ριπές του ανέμου με κράτησαν και με αγκάλιασαν σφιχτά.
Η πόλη μίκρυνε σε κλίμακα καθώς έφευγα. Τα σπιτάκια, σαν σπιρτόκουτα. Είδα την γριά, που πλέον έμοιαζε με μικρό ανθρωπάκι, τόσο μακριά που βρισκόμουν. Την είδα να πέφτει από τον γκρεμό, οι τσιρίδες και τα κλάματά να σβήνουν σιγά σιγά, ενώ τσακίζονταν στα βράχια και χανόταν στο άπειρο από κάτω.
Οι ήχοι της πόλης έσβησαν. Μόνο ο αέρας ακούγονταν στα αυτιά μου, ενώ επιταχυνόμουν. Έκατσα έτσι, παραδομένος, ασφαλής, μόνο με δυο περιστέρια που πετούσαν γύρω μου για παρέα.
Είχα αρχίσει να επιβραδύνομαι σημαντικά, όταν συνειδητοποίησα ότι πλησίαζα τα βουνά. Πρώτη φορά τα έβλεπα από κοντά. Δάκρυα χαράς κύλησαν από τα μάγουλά μου.
Προσγειώθηκα ήρεμα και απαλά, ανάλαφρος, στις ρίζες ενός μεγάλου πλατανιού, σε μια ήσυχη, πολυπληθή γειτονιά δέντρων. Αφέθηκα στο μαλακό χώμα, περιτριγυρισμένος από τις ρίζες του δέντρου. Τα ρούχα μου καθάρισαν, οι λεκέδες τους έγιναν λίπασμα για τον θεόρατό μου φίλο. Κύρτωσα το κορμί μου ξαπλωμένος. Τα βλέφαρά μου, έκλεισαν από μόνα τους. Επιτέλους, κοιμήθηκα.
Έφτασα σπίτι.
ΤΕΛΟΣ
Artwork: Κωνσταντίνος Ψαρολόγος

