προσοχή πνεύματα
ΡΙΟΥ
«Έχεις τρομάξει ποτέ;»
Αυτή ήταν μία ερώτηση που όλοι έκαναν στον Ρίου. Αν έχει φοβηθεί, αν έχει τρομάξει, αν υπάρχουν πράγματα που την νύχτα τον κρατάνε ξύπνιο και κουκουλωμένο γύρω από μία κουβέρτα. Βρίσκονταν στον φούρνο της γειτονιάς, πάλι ξημερώματα, πάλι μετά την δουλειά του, πάλι με την κουκούλα στο κεφάλι να τον καλύπτει.
«Πολλές φορές» ήταν πάντα αυτό που σκέφτονταν από μέσα του. Αλλά δεν θα απαντούσε ποτέ. Σε κανέναν, εκτός από την Σαγήνη που ήταν κατά κάποιο τρόπο, ότι πιο κοντινό μπορεί να ονομάσει κανείς σε φίλο για εκείνον.
«Όχι»
«Δηλαδή δεν θυμάσαι καμία φορά που μπορεί να φοβήθηκες, να ανατρίχιασες από τον τρόμο;»
«Πολλές φορές» ξανασκέφτηκε.
«Όχι»
«Καλό ψυχοσάββατο νεαρέ» του ευχήθηκε τότε ο φούρναρης και του έδωσε επιτέλους την φρατζόλα ψωμί και τα σοκολατένια σφολιατάκια που ζήτησε πριν από όλη αυτήν την προσπάθεια για ψιλοκουβέντα. Το σιχαίνονταν. Όπως έκανε με τα περισσότερα πράγματα. Αυτόν τον φούρναρη τον αντιπαθούσε αλλά το μαγαζί ήταν κοντά στο σπίτι που έμενε και είχε πολύ νόστιμα φουρνιστά. Και έναν πολύ όμορφο εικοσάχρονο νεαρό με γλυκά μάτια που δούλευε στο ταμείο. Ήθελε να του μιλήσει να του πει κάτι, οτιδήποτε. Αλλά ποτέ δεν έβρισκε το θάρρος.
«2,70 είναι» του απευθύνεται τότε εκείνος. Η φωνή του γλυκιά και ευγενική.
Ο Ρίου έβγαλε κάτι κέρματα από την τσέπη του και τα έδωσε με το κεφάλι του μισό σκυμμένο. «Ορίστε». Τα χέρια του ήταν πάντα λίγο μουτζουρωμένα με χώματα. Και αίματα. Αλλά κανείς δεν μπλέκεται στις δουλειές των άλλων σε αυτήν την γειτονιά.
«Αυτό το ρόλο κανέλας είναι από μας» του είπε τότε ο νεαρός στο ταμείο, δείχνοντας του το σακουλάκι που πρόσθεσε στα ψώνια του.
Ο Ρίου είπε ένα ξερό ευχαριστώ και έφυγε όσο πιο σύντομα μπορούσε. Τα ρολά κανέλας είναι τα αγαπημένα του. Γιατί έπρεπε να είναι ρολό κανέλας ρε γαμώτο; Ας του έδινε με σταφίδες που τις σιχαίνεται. Αφού βγήκε από το μαγαζί σήκωσε το κεφάλι του λίγο για να τον κοιτάξει. Έδειχνε απογοητευμένος και ίσως λίγο νευριασμένος. Πήρε τον δρόμο του για το σπίτι.
Φτάνοντας εκεί βρήκε τον Μίλτο με τον Μπρούνο να ρίχνουν τα χαρτιά. Δεν τους μίλησε.
«Γεια και σε εσένα» του είπε ο Μπρούνο κοροϊδευτικά. Στο επόμενο δεύτερο, μία λεπίδα διέσχισε τον αέρα και πέρασε ξυστά του, ενώ ο Μίλτος τον έσπρωξε στα πλάγια για να την αποφύγει. «Το είδα να έρχεται» του απάντησε, διαβάζοντας την απορία στο πρόσωπο του.
«Μην ξεχνάς ποια είναι η θέση σου μικρέ μέντιουμ» του είπε ο Ρίου.
«Αν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα εμένα με φωνάζει μικρό μάντη» είπε ο Μίλτος, προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. Κυριολεκτικά. «Ρίου κάτσε να σου πούμε τα χαρτιά. Τώρα μου τα μαθαίνει. Βοήθησέ με»
«Όχι»
«Το βράδυ θα ξημερώσει ψυχοσάββατο, δεν θέλεις να προστατεύσεις το μυαλό σου;»
«Από τι;»
ΜΙΛΤΟΣ
Αυτό είναι μία καλή ερώτηση. Από τις ψυχές που συνέχεια φωνάζουν βοήθεια. Από τις εικόνες του παρελθόντος που δεν λένε να σβήσουν. Από τις εικόνες του μέλλοντος που φανερώνουν ότι σήμερα πάλι κάποιος θα πεθάνει. Όπως τις μέρες με πανσέληνο, το μυαλό του Μίλτου κάνει τόσο θόρυβο που φοβάται ότι κάποια μέρα θα το χάσει.
«Βλέπω ότι θα έχεις επισκέψεις. Κακές επισκέψεις. Ανθρώπους που θέλουν το κακό σου.»
«Μίλτο αυτό δεν είναι πρόβλεψη, κάθε μέρα έχω επισκέψεις από ανθρώπους που θέλουν το κεφάλι μου σε πάσσαλο.»
«Σήμερα είναι διαφορετικά» του απαντάει ο Μπρούνο.
«Πως διαφορετικά;»
«Σήμερα μας επισκέπτονται οι νεκροί. Όλοι οι γνωστοί μας που πέθαναν. Αλλά το πρόβλημα είναι με αυτούς που σκοτώσαμε οι ίδιοι.»
ΡΙΟΥ
«Δεν πιστεύω σε αυτά» απάντησε απότομα και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Πριν φτάσει στον όροφο του, σταμάτησε σε αυτόν που είναι το δωμάτιο της Μύριαμ. Σταμάτησε στην πόρτα της. Χτύπησε συνθηματικά τρεις φορές και άφησε την σακούλα με τα σοκολατένια σφολιατάκια. Πριν ανοίξει η πόρτα, είχε ήδη φτάσει στο δωμάτιο του, στον πάνω όροφο. Εκεί τον περίμενε η Νούρα, η γάτα του κουλουριασμένη στην πολυθρόνα τους. Το σταχτί της τρίχωμα ήταν πιο φουντωτό τώρα που είναι χειμώνας.
«Νιαου»
«Γεια σου και σένα». Έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε στην μπανιέρα που είχε το δωμάτιο του. Άνοιξε το νερό και έμεινε εκεί μισοξαπλωμένος μέχρι να γεμίσει. Έπειτα έκλεισε την βρύση και για λίγο σταμάτησε να σκέφτεται. Τα βλέφαρά του ήταν βαριά. Τα μάτια του άρχισαν να κλείνουν. Μέχρι που κοιμήθηκε.
Όταν ξύπνησε είχε σκοτεινιάσει. Πόσες ώρες μπορεί να κοιμήθηκε; Κάτι δεν πάει καλά. Πήγε να σηκωθεί και τότε συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα κοιμόνταν σε ένα λουτρό γεμάτο αίμα αντί για νερό. Βγήκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από την μπανιέρα. Άρχισε να ψάχνει το σώμα του για πληγές, για ανοιχτές ουλές κάτω από τα τατουάζ του. Ήταν λουσμένος στο αίμα. Αλλά δεν ήταν το δικό του. Και τότε κοίταξε γύρω του. Δεν ήταν στο δωμάτιο του αλλά σε ένα μπουντρούμι με ένα μικρό παράθυρο στο ταβάνι. Η Νούρα δεν ήταν εκεί. Αλλά δεν ήταν μόνος του. Μέσα από τις τρύπες στους τοίχους άρχισαν να βγαίνουν φιγούρες, σαν φαντάσματα αλλά πιο σκοτεινά, με μάτια κατακίτρινα και όλα στραμμένα πάνω του. Κρατάγανε λεπίδες που γυάλιζαν όπως έπεφτε το φως του φεγγαριού.
«死んだ» επαναλάμβαναν συνέχεια. Νεκρός. Και τότε έτρεξαν προς τα πάνω του και άρχισαν να τον μαχαιρώνουν. Ξανά και ξανά. Είχε ξεχάσει πόσο πόναγε να κόβεται και να ανοίγει το δέρμα του, να ματώνει και να του κόβονται τα γόνατα.
«Ξύπνα» άκουσε να του φωνάζουν από μακρυά
«Ξύπνα»
«Ξύπνα»
Αλλά ο Ρίου ένιωθε ότι ξεψυχά. Ότι δεν θα μπορέσει να ξανα μαζέψει και να ράψει ένα ένα τα κομμάτια του. Ότι θα μείνει εκεί. Και οι λεπίδες δεν σταμάτησαν να έρχονται κατά πάνω του, να τις ακούει να τον σκίζουν.
«Βρες την γάτα»
Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του, να δει αυτό που του λένε. Αλλά τα μάτια του ξανακλείνανε.
«Άνοιξε τα μάτια σου, βρες την γάτα»
Τα ξανά άνοιξε, και τότε την είδε να λάμπει. Να τον κοιτάζει σαν να είναι οι δύο τους στο δωμάτιο, χωρίς λεπίδες, χωρίς οργισμένα πνεύματα. Μόνο αυτός και η Νούρα.
«Βοήθεια» ψέλλισε. Είχε πάρα πολύ καιρό να ζητήσει βοήθεια.
Και τότε άνοιξε τα μάτια του κανονικά. Και βρέθηκε στο δωμάτιο του, μουλιασμένος μέσα στην μπανιέρα του. Η Νούρα σαν να το κατάλαβε μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο για να τον συναντήσει. Και τότε ο Ρίου είδε ότι είναι ξανά σε ένα λουτρό από αίμα. Βγήκε απότομα για να προλάβει να αρπάξει τα μαχαίρια του. Αυτή την φορά θα αντεπιτήθονταν. Η γάτα κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.
«Νιάου»
«Δεν θέλω να πάω κάτω» της είπε και τότε εκείνη κατέβηκε.
Ντύθηκε όπως όπως και κατέβηκε. Στο σαλόνι βρήκε την Ελβίρα, τον Μπρούνο και τον Μίλτο καθισμένους σε έναν κύκλο. Κεριά έκαιγαν γύρω τους, χαρτιά απλωμένα μπροστά τους. Η Μύριαμ κάπου πίσω σαν κρυμμένη τον κοιτούσε με αγωνία και κάτι κρατούσε στο χέρι της.
«Είσαι τυχερός μπάσταρδος. Αν δεν ήταν η γάτα σου και η Μύριαμ τώρα θα ψάχναμε το κουφάρι σου στο κόσμο των ονείρων» του είπε η Ελβίρα. Τα μάτια της γυάλιζαν και ήταν κατάμαυρα..
«Σου είπα να κάτσεις και δεν ήθελες. Σχεδόν δεν λυπάμαι για ότι έπαθες. Και για ό,τι θα πάθεις.» του είπε ο Μίλτος που σπάνια έδειχνε τόσο σοβαρός. Τα δικά του μάτια γυάλιζαν και ήταν λευκά.
«Τι εννοείς;» ρώτησε έντρομος ο Ρίου. Δεν κατάφερε να το κρύψει.
«Τα πνεύματα σου έδειξαν ένα κομμάτι του παρελθόντος σου, αυτό θα το ξέρεις. Αλλά σου έδειξαν και ένα κομμάτι από το μέλλον σου. Αυτό το ξέρεις χάρη σε εμάς που σε γλυτώσαμε και δεν σε αφήσαμε να ψοφολογήσεις εκεί, μέσα στο ίδιο σου το μυαλό» απάντησε σχεδόν οργισμένα ο Μπρούνο, με μάτια σαν από χρυσό που έκαναν έντονη αντίθεση με το σκούρο δέρμα του. “Un cane sciolto”
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι είσαι ένας νεκρός που περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς. Γι’ αυτό μην μας ξανά αμφισβητήσεις»
Ο Ρίου εκνευρισμένος, τρομαγμένος και ρεζιλεμένος έφυγε ορμώντας προς την σκάλα. Λίγο πριν μπει στο δωμάτιο του άκουσε την Μύριαμ να εμφανίζεται από το συννεφάκι της πίσω του. Τα μάτια της ήταν τρομαγμένα. Αγκαλιά της είχε την Νούρα που τώρα τρίβονταν στα πόδια του Ρίου.
«Ορίστε» ψέλλισε και του έδωσε αυτό που κρατούσε τόση ώρα. Ξανά εξαφανίστηκε μέσα στο συννεφάκι της μέχρι που χάθηκε από γύρω του. Ήταν ένα σαν φυλαχτό. Μία γκρι γάτα. Το έβαλε στην τσέπη του και αποφάσισε ότι θα το έχει πάντα εκεί.
Artwork: Moth

