Ανθρώπινη καρδιά
Μεταμεσονύχτιο μπαρ.
Μόνη,
Ένα ποτό σερβίρει.
Μυρίζει καπνό
Και για λίγο στέκεται.
Με τα χέρια της
Ξεσκίζει το στέρνο-
Από φύση.
Ένας άνθρωπος- καρδιά
Παραμονεύει.
Φωνές πνίγουν,
Αλλά τις αγκυροβολεί.
«Θεοί»
Την παρενοχλούν.
«Ξένα» Πνεύματα
Εισχωρούν.
Μα ανάσα δεν δίνει.
Και όσο τα φύλλα οξιάς
Κρύβουν το σεληνόφως…
Νερό ρίχνει.

