Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιός είσαι
“Κι όταν τα λέμε όλοι μαζί, καμιά φορά οι φωταγωγοί μυρίζουνε γιασεμί”
Φιλία ονομάζεται η πλατωνική σχέση μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων του ίδιου ή και διαφορετικού φύλου, με κύριο χαρακτηριστικό την αμοιβαία αφοσίωση και κατανόηση, χωρίς να υπάρχει συμφέρον, κίνητρο ή ανώτερος στόχος. Φιλία είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια μεταξύ των μελών της. Η φιλία δεν καθορίζεται από τη φυλή, το χρώμα, την εθνικότητα ή την ηλικία.
Όπως βλέπουμε η φιλία είναι μια έννοια που έχουμε δημιουργήσει εμείς οι άνθρωποι, όπως πολλές άλλες έννοιες. Και ενώ αυτή η σχέση μπορεί να είναι όμορφη και σημαντική για έναν άνθρωπο, δεν παύει να είναι κάπως περιοριστική με τον τρόπο της. Γιατί όπως και σε μια ερωτική σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων, έτσι και σε μια φιλική σχέση καθ' ορισμού υπάρχουν κάποιοι «κανόνες». Παραδείγματος χάρη να υπάρχει αμοιβαία αφοσίωση και κατανόηση. Νομίζω όλοι ξέρουμε ότι σε μια ανθρώπινη σχέση δεν υφίσταται αυτό, καθώς δε θα είναι ποτέ 50-50. Μπορεί να είναι στην καλύτερη 40-60.
Αυτός ο προβληματισμός γεννήθηκε όταν είδα την ταινία «The Worst Person in the World». Στην ταινία η πρωταγωνίστρια, μια γυναίκα που μου φαινόταν βαθιά ανεξάρτητη και σκεπτόμενη, επέλεξε να είναι με έναν άνθρωπο που δημιουργούσε σκίτσα με έντονο σεξιστικό χαρακτήρα. Δε σημαίνει απαραίτητα ότι συμμεριζόταν τις απόψεις του. Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να πω ότι η επιλογή αυτή δε λέει απολύτως τίποτα για εκείνη. Μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να διαχωρίσουμε έναν άνθρωπο από τις επιλογές του; Και αντίστοιχα, μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να διαχωρίσουμε έναν άνθρωπο από τους ανθρώπους που επιλέγει να έχει δίπλα του.
Δεν έχω απάντηση.
Ίσως γιατί πιστεύω ότι οι άνθρωποι δεν επιλέγουμε πάντα με βάση τις αξίες μας. Επιλέγουμε πολλές φορές με βάση τις πληγές μας. Κάποιοι άνθρωποι μας θυμίζουν το σπίτι μας. Άλλοι μας θυμίζουν μια παλιά αγάπη. Άλλοι μας κάνουν να νιώθουμε γνώριμα, ακόμα κι αν αυτό το γνώριμο μάς πληγώνει.
Λίγους μήνες αργότερα, ο ίδιος προβληματισμός επέστρεψε μέσα από μια πολύ απλή καθημερινή στιγμή. Ήμουν με την παρέα μου για καφέ, όταν κάποιος είπε τη γνωστή φράση: «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι».
Κάπως ταράχτηκα.
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι κάποιος μπορεί να αξιολογήσει το χαρακτήρα και την αξία μου μέσα από τους ανθρώπους που έχω επιλέξει να κρατώ στη ζωή μου. Τότε άρχισα να θυμάμαι όλους τους φίλους που έχασα στην πορεία. Άλλοι έφυγαν από επιλογή μου, άλλοι από δική τους, κι άλλοι απλώς χάθηκαν επειδή έτσι συμβαίνει καμιά φορά στη ζωή.
Θυμάμαι ότι για δέκα χρόνια ήμουν φίλη με μια κοπέλα που έμοιαζε πολύ στη μητέρα μου. Και όχι με τρόπο που με έκανε να νιώθω καλά. Είχε χαρακτηριστικά που με δυσκόλευαν, που με πλήγωναν, που θα έλεγα ότι απεχθανόμουν. Κι όμως έμεινα. Σήμερα καταλαβαίνω ότι δεν έμεινα επειδή μου άξιζε αυτή η σχέση. Έμεινα επειδή μου ήταν οικεία. Ο εγκέφαλος πολλές φορές προτιμά το γνώριμο από το υγιές. Ακόμα κι όταν το γνώριμο πονάει. Και αυτό είναι μόνο ένας λόγος. Υπάρχουν αμέτρητοι ακόμα. Η μοναξιά. Ο φόβος της απώλειας. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η ελπίδα ότι ο άλλος θα αλλάξει. Η ανάγκη να σώσουμε κάποιον. Η ανάγκη να σωθούμε εμείς. Γι' αυτό δυσκολεύομαι να δεχτώ τη φράση «δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι» ως απόλυτη αλήθεια.
Αναρωτιέμαι πολλές φορές γιατί οι άνθρωποι έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη να δίνουμε ονόματα στις σχέσεις μας. Να λέμε «φίλος», «σύντροφος», «οικογένεια», «γνωστός». Ίσως γιατί οι λέξεις μάς δημιουργούν την αίσθηση ότι καταλαβαίνουμε καλύτερα αυτό που ζούμε. Όταν μια σχέση αποκτά όνομα, μοιάζει σαν να αποκτά και μια μορφή, ένα πλαίσιο, μια ασφάλεια. Όμως μαζί με το όνομα έρχονται και οι προσδοκίες. Από τη στιγμή που κάποιος γίνεται «φίλος», αρχίζουμε συνειδητά ή ασυνείδητα να περιμένουμε συγκεκριμένα πράγματα από εκείνον. Να είναι δίπλα μας όταν τον χρειαζόμαστε, να μας καταλαβαίνει, να μας υπερασπίζεται, να χαίρεται με τις χαρές μας και να αντέχει τις δυσκολίες μας. Δεν υπάρχει τίποτα παράξενο σε αυτό. Οι προσδοκίες είναι αναπόφευκτες. Είναι ο τρόπος που προσπαθούμε να νιώσουμε ασφάλεια μέσα στις σχέσεις μας.
Κάποιες φορές, όμως, αναρωτιέμαι μήπως τελικά δεν αγαπάμε μόνο τον άνθρωπο, αλλά και την ιδέα που έχουμε χτίσει γι' αυτόν. Την ιδέα του «καλού φίλου», του ανθρώπου που θα είναι πάντα εκεί, που θα κάνει το σωστό, που δε θα μας απογοητεύσει ποτέ. Κι όταν έρθει η στιγμή που θα κάνει κάτι που θα μας πληγώσει, ίσως δεν καταρρέει μόνο η σχέση. Καταρρέει και η εικόνα που είχαμε δημιουργήσει. Ίσως αυτό να είναι που πονάει περισσότερο. Όχι ότι ένας άνθρωπος έκανε ένα λάθος – γιατί όλοι κάνουμε – αλλά ότι έπαψε να ταιριάζει με το ρόλο που του είχαμε δώσει. Ίσως γι' αυτό λέμε τόσο συχνά «δε φέρθηκε σαν φίλος» αντί να πούμε απλώς «με πλήγωσε». Σαν να περιμένουμε από τον άνθρωπο να είναι αντάξιος μιας έννοιας και όχι απλώς του εαυτού του.
Και τότε γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα: αν αφαιρούσαμε όλες αυτές τις ταμπέλες, θα αγαπούσαμε διαφορετικά; Αν δεν υπήρχε η λέξη «φιλία», αλλά μόνο δύο άνθρωποι που επιλέγουν ο ένας τον άλλον ξανά και ξανά, θα υπήρχε λιγότερη απογοήτευση; Ή μήπως οι προσδοκίες θα έβρισκαν έτσι κι αλλιώς τον τρόπο να γεννηθούν;
Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ξέρω μόνο ότι όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο με ενδιαφέρει να βλέπω τον άνθρωπο πίσω από τον ρόλο. Να μπορώ να δεχτώ ότι κάποιος μπορεί να με αγαπάει και ταυτόχρονα να με απογοητεύει. Ότι μπορεί να νοιάζεται για μένα και κάποιες φορές να μην έχει τη δύναμη να σταθεί δίπλα μου. Ότι μπορεί να είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, χωρίς να είναι τέλειος. Ίσως τελικά η μεγαλύτερη ελευθερία στις ανθρώπινες σχέσεις να έρχεται όταν σταματάμε να απαιτούμε από τους ανθρώπους να χωρέσουν μέσα στις έννοιες που εμείς δημιουργήσαμε και αρχίζουμε να τους αγαπάμε γι' αυτό που πραγματικά είναι: ατελείς, αντιφατικοί, ευάλωτοι και βαθιά ανθρώπινοι.
Φιλιά και think pink 🩷
Artwork: Χριστίνα Παπαχαρίτων

