Φίλες για πάντα
Η Δανάη δεν ήξερε πολλά για τον εαυτό της. Οι ταχύτητες της ηλικίας της,
επέβαλλαν μία συνεχόμενη μεταβολή. Η Δανάη ήταν μικρή, αρκετά παιδί, όταν έμαθε για
πρώτη φορά ότι μιλάει στον ύπνο της. Η Βέλη της το είχε πει. Η Δανάη και η Βέλη ήταν
φίλες από τις πρώτες μνήμες. Ήταν κοντά από πάντα με σήμα κατατεθέν της φιλίας τους το
προκαθορισμένο sleepover της Παρασκευής. Η Δανάη δεν ήξερε πολλά για τον εαυτό της.
Αυτό, το επιβεβαίωσε όταν, με στόχο να διαψεύσει την Βέλη, άφησε ανοικτή την
ηχογράφηση πριν κοιμηθεί.
Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο καθαρά μιλούσε όταν κοιμόταν. Κάθε Παρασκευή η Βέλη
της επαναλάμβανε όσα είχε ακούσει. Βέβαια, δεν έλεγε και τίποτα σπουδαίο, τόσο στον
ύπνο της όσο και στον ξύπνιο της. Σκόρπιες φράσεις που κανείς δεν ήξερε το νόημά τους. Η
Δανάη ανακάλυψε ότι, όπως και για τον εαυτό της, γενικότερα δεν ήξερε πολλά. Έτσι,
παράτησε την προσπάθεια και αποδέχτηκε τη μετριότητά της.
Τώρα, η Δανάη και η Βέλη έχουν μεγαλώσει. Όχι πολύ, απλά μόλις μπήκαν στο
Λύκειο. Η Δανάη ακόμη νιώθει ότι δεν ξέρει πολλά, ενώ η Βέλη αλλάζει κάθε μέρα. Η
Δανάη το έχει προσέξει και προσπαθεί να μείνει ίδια μπας και γίνει η αντιστάθμιση. Το
Λύκειο βέβαια, είναι ασήκωτο και έχουν περάσει πολλές Παρασκευές που η Βέλη αγανακτά
με το γνωστό τους έθιμο. Από την άλλη, η Δανάη δεν μπορεί παρά να αγνοήσει ότι η
κολλητή της βρίσκει φτηνές δικαιολογίες, οι οποίες βέβαια χτυπούν στον τοίχο, για να
αποφύγει τις Παρασκευές. Και αυτή την Παρασκευή λοιπόν, μετά από άπειρα παρακάλια, η
Δανάη κατάφερε να διατηρήσει το sleepover για άλλη μία φορά.
Βέβαια, η κατάσταση μεταξύ τους δεν είναι όπως παλιά. Η Βέλη όσο και να
προσπαθήσει δυσκολεύεται να βρει χρόνο για την Δανάη. Ενώ η Δανάη δεν μπορεί πλέον
να μοιραστεί τα πάντα μαζί της, όπως αυτά τα έντονα όνειρα που σχεδόν ζει, όλα σε ένα
άγνωστο για την ίδια μέρος. Τόσο καιρό δεν έχει δει κάποιο όνειρο Παρασκευή και η Βέλη
συνεχίζει πρόθυμα να της εξιστορεί ότι λέει στον ύπνο της. Μπορεί η ίδια να γκρινιάζει που
και που, ή να πετάει υπονοούμενα για το πως αλλιώς θα μπορούσαν να περάσουν το
βράδυ τους, αλλά και οι δύο ξέρουν ότι δεν θα έχανε τις Παρασκευές τους. Έτσι δηλαδή,
πιστεύει η Βέλη.
Την συγκεκριμένη Παρασκευή λοιπόν, όλα κύλησαν γνωστά, ευχάριστα και ζεστά
σε αντίθεση με το μουντό καιρό στον έξω κόσμο. Αναλύσανε ότι έπρεπε να αναλυθεί και
είδαν τις αγαπημένες τους ταινίες. Συνήθεια στην συνήθεια λοιπόν. Καμία τους δεν
πρόσεξε την μορφή που παρακολουθούσε τόσες εβδομάδες την Βέλη. Ίσως να είχαν
καταλάβει από μέρες ότι εκείνος την ακολουθούσε από μακριά αλλά είχαν συμφωνήσει
σιωπηλά να μην του δώσουν περισσότερη σημασία. Κουρασμένες και χαρούμενες
κοιμήθηκαν ακούγοντας την βροχή να χτυπάει τα τζάμια βίαια. Και οι δύο έβρισκαν μια
ηρεμία στην βροχή, έτσι δεν πρόσεξαν ότι κάθε φορά που ο ουρανός φωτίζονταν από τις
αστραπές η μορφή εκείνου φεγγοβολούσε όλο και πιο κοντά στο σπίτι της Δανάης.
Η Βέλη κοιμήθηκε ήρεμα ενώ από δίπλα της η Δανάη βασανιζόταν μέσα σε
ψυχεδελικές στιγμές που την παγίδευαν. Ένιωθε ξύπνια και κοιμισμένη ταυτόχρονα αλλά
δεν μπορούσε να ξυπνήσει. Εκείνο το μέρος που έβλεπε τόσο συχνά εμφανίστηκε ξανά
μπροστά της ενώ ο ουρανός στριφογύριζε γρήγορα, αλλάζοντας έντονα και φωσφοριζέ
χρώματα. Αισθάνονταν το κοιμισμένο της σώμα να προσπαθεί να κουνηθεί χωρίς καμία
επιτυχία. Το μέρος που τόσο την στοίχειωνε ήταν ένα ξέφωτο περιτριγυρισμένο από ιτιές.
Είχε προσπαθήσει να το εντοπίσει, εξού και ο τεράστιος χάρτης που κάλυβε τον τοίχο της,
ποτέ δεν τα κατάφερε αλλά δεν την ένοιαζε και τόσο.
Σχεδόν κάθε βράδυ όμως, βρισκόταν εκεί και απόψε πνίγονταν εκεί. Τα χρώματα τις
επιτίθονταν και της έκοβαν την ανάσα ενώ έδαφος και ουρανός την συνέθλιβαν. Ένιωθε
δεμένη στο κρεβάτι της και τις ρίζες από τις ιτιές να γραπώνουν τα πόδια της. Ξύπνησε
απότομα ενώ μόλις ξημέρωνε. Τα μάτια της είχαν θολώσει ενώ η ανάσα της δεν ήθελε να
επιστρέψει στο κανονικό. Κοίταξε γύρω της τρομαγμένη και σχεδόν ακαριαία την πήρε ξανά
ο ύπνος, πιο ήρεμος αυτή την φορά. Αυτό που η Δανάη δεν παρατήρησε και που θα δει
λίγες ώρες αργότερα, όταν όντως θα ξυπνήσει, είναι ότι η Βέλη έχει εξαφανιστεί.
Η Δανάη ξυπνάει από το ξυπνητήρι της Βέλης και κουνιέται κουρασμένα στο
στρώμα καθώς η Βέλη δεν το κλείνει όπως κάθε Σάββατο πρωί. Το ξυπνητήρι σταματάει και
μετά από λίγο αρχίζει πάλι. Μόνο τότε η Δανάη καταλαβαίνει ότι η Βέλη δεν το έκλεισε.
Σηκώνεται και σκέφτεται ότι η Βέλη λογικά θα έχει κάτσει στο σαλόνι.
Ώρες αργότερα επικρατεί το απόλυτο χάος. Η Βέλη δεν είναι πουθενά. Ούτε στο
σαλόνι, ούτε σπίτι της, ούτε και με την παρέα της. Οι δύο οικογένειες προσπαθούν να
βρουν μιαν άκρη ενώ η Δανάη κάθεται στην άκρη κοιτώντας το κενό.
Έχει περάσει μία εβδομάδα από την εξαφάνιση, γιατί τελικά για εξαφάνιση
πρόκειται. Όπου και να έψαξαν η Βέλη πουθενά. Από την άλλη, η Δανάη έχει απαντήσει σε
άπειρες ερωτήσεις στο αστυνομικό τμήμα ενώ φαίνεται πιο χαμένη από ποτέ. Νιώθει ότι
εδώ και μία εβδομάδα δεν έχει κοιμηθεί, τα πάντα γύρω της μοιάζουν μακρινά και
ψεύτικα, ενώ αρνείται να καταλάβει ότι έφτασε Παρασκευή.
Η πρώτη Παρασκευή. Είναι βράδυ και κοιτάει το παράθυρο. Από εκεί έβλεπε πάντα
την Βέλη όταν έφτανε σπίτι της. Βλέπει ανθρώπους να διασχίζουν βιαστικά το πεζοδρόμιο
και ασυναίσθητα θυμάται την μορφή που ακολουθούσε την Βέλη. Όσο κι αν επέμεινε, η
αστυνομία δεν κατάφερε να τον εντοπίσει. Δεν υπήρχε και νόημα βέβαια καθώς ούτε στο
δωμάτιο, ούτε στον δρόμο υπήρχαν ίχνη πάλης ή βιαιότητας. Η Βέλη είχε φύγει από το
σπίτι με την θέλησή της.
Σκέφτεται ότι αυτή την Παρασκευή η Βέλη δεν θα ακούσει τι λέει στον ύπνο της.
πρέπει όμως να ηχογραφήσει τον εαυτό της γιατί όταν η Βέλη γυρίσει πίσω -επειδή θα
γυρίσει- θα θέλει να μάθει. Το βράδυ η Δανάη επιτέλους κοιμάται μέσα στα δάκρυα.
Σηκώνει το χέρι της και το βλέπει βουτηγμένο στο αίμα. Πέφτει από το κρεβάτι και
νιώθει γρασίδι να την γρατζουνάει. Στηρίζει τα χέρια της στο έδαφος για να σηκωθεί και
κρατάει κάτι που τινάζεται σπασμωδικά. Νιώθει να κουβαλάει περισσότερα από όσα
μπορεί να αντέξει πάνω στην άσφαλτο. Αισθάνεται την βροχή στην επιδερμίδα της και
μουλιασμένα φίλα να κολλάνε στα μαλλιά της. Ακούει κραυγές. Κάποιος την χτυπάει. Τον
σπρώχνει και χάνεται από μπροστά της. Με τις χούφτες της πετάει χώμα πάνω σε χώμα
πάνω σε χώμα. Σηκώνει τα χέρια της και τα βλέπει βουτηγμένα στο αίμα. Τα κατεβάζει και
κρέμεται από ένα παράθυρο. Κάνει ησυχία. Ξαφνικά βλέπει όλες τις εικόνες, τις κραυγές
και τις σκιές μαζί. Όλο και πιο γρήγορα. Νιώθει ότι πνίγεται μέσα τους.
Τινάζεται από το κρεβάτι και κοπανάει κάπου το κεφάλι της, δεν είναι σίγουρη που.
Συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να ανασάνει και λιποθυμάει στο πάτωμα μπλεγμένη με κάτι.
Το πρωί ξυπνάει και νιώθει ήρεμη. Δεν καταλαβαίνει γιατί αλλά είναι ξαπλωμένη στο
πάτωμα, τυλιγμένη με τον χάρτη που είχε στον τοίχο της. Κλείνει βιαστικά την ηχογράφηση
και προσπαθεί να αγνοήσει τους βραδινούς της εφιάλτες. Κοιτάει το κινητό και όσο κι αν
δεν θέλει αρχίζει να την ακούει.
Κοιτάει έξω από το παράθυρο για ώρα. Από το κινητό της ακούγονται μόνο
παράσιτα. Σηκώνεται έτοιμη να το κλείσει όταν ακούει τον εαυτό της να μιλάει
μπερδεμένα. Προφέρει μερικά νούμερα. Τα γράφει και τα κοιτάει. Τίποτα από αυτά δεν
σημαίνει κάτι για την ίδια. Ακούει κι άλλα νούμερα. Τα γράφει. Το ίδιο.
Σηκώνεται. Όσο περνάει η ώρα ακούει κι άλλα νούμερα. Περπατάει προς το κινητό
της αλλά γλιστράει στον χάρτη. Τον πιάνει και προχωράει προς τον τοίχο όταν ακούει κι
άλλα νούμερα. Τα μάτια της πέφτουν πάνω στον χάρτη. Πάνω στις γεωγραφικές
συντεταγμένες. Ο χάρτης πέφτει από τα χέρια της. Ναι, δεκαδικές μοίρες.
Κάθεται ξανά. Ακούει, γράφει μέχρι που τα νούμερα σχηματίζουν έναν προορισμό.
Πετάγεται από την θέση της και με το κινητό στο χέρι τρέχει. Έχει καιρό να δει την Βέλη και
ανυπομονεί να της πει τι έγινε. Αλλά έχει καιρό να την δει. Τρέχει και χάνει μερικές στροφές
αλλά βρίσκεται πάλι στον δρόμο της. Ξαφνικά χάνει την γη κάτω από τα πόδια της.
Έφτασε. Αλλά έφτασε στους εφιάλτες της. Οι ιτιές γύρω της θροΐζουν και
ανατριχιάζει. Έχει καιρό να δει την Βέλη. Νιώθει ότι έχει παραλύσει αλλά το σημείο που
είπε και είδε στον ύπνο της είναι σχεδόν στο κέντρο του ξέφωτου. Προσπαθεί να τρέξει
αλλά καταλήγει να σέρνεται πάνω στο ξερό γρασίδι. Έχει καιρό να δει την Βέλη. Σταματάει,
δεν χάθηκε πάλι αλλά κατάλαβε που φτάνει. Λίγα μέτρα μακριά της. Οι ιτιές κουνιούνται
περισσότερο και η Δανάη πέφτει πάνω σε μία περιοχή όπου το έδαφος είναι πιο μαλακό.
Τα χέρια της βουλιάζουν πάνω του. Αχ, έχει καιρό να δει την Βέλη.
Artwork: Αθηνά Βακάλη

