Hi.

Welcome to my blog. I document my adventures in travel, style, and food. Hope you have a nice stay!

Τάγμα: Μέρος πρώτο

Τάγμα: Μέρος πρώτο

Βασίλειο του Σαρλεόν,

Δάση της Λάρια,

13 Απριλίου, 356


   Κόντευε να σκοτεινιάσει, καθώς η 13η διμοιρία ανιχνευτών γυρνούσε από την περιπολία. Το δάσος, εκείνο το δειλινό, παρά τις πρόσφατες αναταραχές και τις πολλαπλές συγκρούσεις, φαινόταν παραδόξως ήσυχο. Μόνο το θρόισμα των φυλλωσιών των πυκνών καταπράσινων δέντρων ακούγονταν, καθώς οι ριπές του αέρα φυσούσαν ανάμεσα από τους κορμούς των δέντρων. Ίσως και το σχεδόν αθόρυβο πέταγμα των πουλιών θα μπορούσε να ακουστεί από τον πιο προσεκτικό και σε εγρήγορση από τους ανιχνευτές της περιπόλου.

   Μα ο Άμπο, σίγουρα δεν ήταν ένας από αυτούς.

   Από τα πιο πρόσφατα μέλη του Τάγματος και συνεπώς, από τους ανιχνευτές με την λιγότερη εμπειρία. Τα σφοδρά τεστ εισαγωγής, τα πέρασε απλά και μόνο γιατί οι καιροί ήταν δύσκολοι, οι εχθροί ήταν πιο πολλοί από ποτέ και το Τάγμα του Κλάριον Κολ, είχε απεγνωσμένη ανάγκη από νέα μέλη. Έτσι, οι εξεταστές ήταν πλέον πιο επιεικείς σε νεοσύλλεκτους. Προφανώς, αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν ανίκανος. Αντιθέτως, το τόξο το θεωρούσε προέκταση του χεριού του, έχοντας μεγαλώσει εξερευνώντας τα δάση της Λάρια. Έπειτα έγινε μέλος της πολιτοφυλακής, υπηρέτησε θητεία τριών χρόνων και απέκτησε πολλή εμπειρία. 

   Πρώτο ζώο, το σκότωσε στα δώδεκά του χρόνια.

   Το είχε σκάσει κρυφά από τους γονείς του, βγήκε από τα τείχη της πόλης και έλειπε για δυο μέρες ολόκληρες. Γύρισε πίσω με ένα μικρό ελάφι στον ώμο του, γεμάτος περηφάνεια, η οποία κράτησε ακόμα και την ώρα που  ο πατέρας του τον τιμωρούσε αλύπητα για αυτή του την απερίσκεπτη πρωτοβουλία. 

   Πρώτο άνθρωπο, στα δεκαπέντε.

   Δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνη την μέρα. Ένα πρωί, γεμάτο ομίχλη και υγρασία, είχε -όπως συνήθως- φύγει από το σπίτι. Καθώς περνούσε από τα πυκνά φυλλοβόλα δέντρα, άκουσε φωνές. Προχώρησε προς το μέρος τους, με πολλή προσοχή, με το τόξο στο χέρι και την φαρέτρα στην πλάτη, έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο, σαν σωστός κυνηγός. Έτσι όπως κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους και φυλλωσιές, ήταν που τους είδε για πρώτη φορά εν δράσει. Ένα ξέφωτο, ξεχύνονταν μπροστά του κατηφορικά, λουσμένο από μεγάλες πέτρες και χαλιά από βρύα και λειχήνες, υγρά ακόμα από την βροχή της χαραυγής. Ένας άντρας, γονατιστός με τα χέρια δεμένα πίσω, κείτονταν καμπουριασμένος, κοιτώντας το έδαφος. Περίπου είκοσι άντρες, στέκονταν από πάνω του σαν κέρβεροι. Φορούσαν την εντυπωσιακή τους πράσινη αλυσιδένια πανοπλία, με μια καφέ μπριγκαντίνα να φρουρεί τον θώρακά τους. Πράσινα κράνη με πλουμιστά κόκκινα φτερά κοσμούσαν την κεφαλή τους. Βλέποντάς τους με τα πολεμικά τους δόρυα στο χέρι και τα τόξα από ξύλο εβένου στην πλάτη, ο Άμπο κατάλαβε πως ήταν ανιχνευτές, τους είχε δει κάποιες φορές στην πόλη.

   Μα ένας άντρας ξεχώριζε ανάμεσά τους. Ψηλότερος από όλους τους υπόλοιπους, φορούσε μια πράσινη πλατινένια πανοπλία, που έκανε το σώμα του να μοιάζει με απόρθητο φρούριο. Κρατούσε τα χαλινάρια  καβάλα στο πολεμικό του άλογο, που το κάλυπτε η άσπρη-πράσινη κάπα με το έμβλημα του Τάγματος, το πολεμικό κέρας με τα οχτώ αστέρια. Έβλεπε μπροστά του έναν ιππότη του Κλάριον Κολ.

   Ο ιππότης στεκόταν ακόμα πάνω στο εντυπωσιακό του άλογο και κοιτούσε τον δεμένο άντρα κάτω, με ένα ύφος θλίψης και αηδίας ταυτόχρονα. Οι υπόλοιποι ανιχνευτές στέκονταν και αυτοί ακίνητοι, ήταν λες και δεν θα κουνούσαν δάχτυλο αν δεν έκανε κάτι πρώτα ο ιππότης.

   Ξαφνικά ξέζεψε από το άλογό του και προχώρησε μπροστά. Ένας ανιχνευτής έτρεξε και έπιασε τα χαλινάρια, χαϊδεύοντας την μουσούδα του αλόγου πάνω από τα άρματά του. Ο ιππότης περπάτησε προς το μέρος του άντρα.

«Αχ… αναρωτιέμαι, άραγε θα μάθετε ποτέ;» ξεφώνισε, απευθυνόμενος στον άντρα, ο οποίος δεν έβγαλε άχνα. Περπάτησε προς το μέρος του και έσκυψε στο επίπεδό του. Ο άντρας κοιτούσε ακόμα το έδαφος και έδειχνε στα πρόθυρα να ξεσπάσει σε λυγμούς. 

«Το παίζετε τόσο σκληροί…» συνέχισε ο ιππότης, «όταν σκοτώνετε και ληστεύετε τους υπηκόους του βασιλείου, αγρότες και άοπλους ταξιδιώτες. Μα την στιγμή που βρίσκεστε έναντι κάποιου που σας πολεμά, κάνετε λες και δεν έχετε κρατήσει δόρυ στην ζωή σας.» 

   Με το ατσάλινο γαντοφορεμένο του χέρι άρπαξε τον άντρα από το σαγόνι και εξέτασε το πρόσωπό του. Έπειτα τον άφησε και γύρισε προς τους ανιχνευτές.

«Τίποτα το ιδιαίτερο. Κάντε το γρήγορα.»

   Οι ανιχνευτές, έβγαλαν με μηχανικές κινήσεις από ένα βέλος και το τοποθέτησαν στα τόξα τους.

   Την ίδια στιγμή ο άντρας σήκωσε το κεφάλι και με δάκρυα στα μάτια, φώναξε με την φωνή του να στάζει απελπισία.

«Σας παρακαλώ! Μετάνιωσα, μετανόησα! Θα αλλάξω τρόπους! Μην με σκοτώσετε, θα φύγω για πάντα από εδώ και θα πιάσω ξανά ένα τίμιο επάγγελμα, λυπηθείτε με! Σας ικετεύω!»

   Ο ιππότης έκανε νεύμα με το χέρι στους ανιχνευτές να μην ρίξουν. Έπειτα γύρισε και είπε στον άντρα αυταρχικά.

«Έκανες τις επιλογές σου. Έπαιξες και έχασες. Η μοίρα σου σφραγίστηκε την μέρα που επέλεξες αυτό το δρόμο. Δεν υπάρχει πλέον επιστροφή, ούτε θέση για εσένα σε αυτό τον κόσμο. Την πήραν άλλοι, όταν εσύ την πέταξες στα σκουπίδια. Τουλάχιστον ανέλαβε την ευθύνη των πράξεών σου και δέξου τον θάνατο με όση τιμή σου έχει απομείνει. Γιατί έτσι όπως κάνεις, βεβηλώνεις το όνομά σου περεταίρω. Μπορεί όχι σε εμάς, γιατί μα το Θεό, έχουμε δει και πολύ χειρότερους από εσένα. Μα υπάρχει εδώ τριγύρω ένας ξένος που νομίζει ότι μπορεί να μας παρακολουθεί χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Εσύ εκεί πάνω, στους θάμνους. Μην ντρέπεσαι, κατέβα, όποιος είσαι.»

   Καμιά απάντηση, σιωπή.

«Έλα τώρα ξένε, είσαι στους θάμνους πόση ώρα τώρα, μάλλον σε ενδιαφέρει το τι γίνεται εδώ, έλα να μας δεις και από κοντά.»

   Ο Άμπο μόλις εκείνη την στιγμή κατάλαβε. Σε αυτόν μιλούσε ο ιππότης. Μάλιστα είχε στρέψει τον κορμό του προς την κατεύθυνση της κρυψώνας του. Έτσι όπως ήταν κρυμμένος, είχε απορροφηθεί από την εξέλιξη της σκηνής μπροστά του και ένιωθε σαν φάντασμα-παρατηρητής, σαν ένα τρίτο άτομο που, ανέγγιχτο θα κοιτούσε και δεν θα μπορούσε να τον αντιληφθεί κανένα ανθρώπινο μάτι. Μα τώρα αυτή του η πεποίθηση είχε διαλυθεί και την θέση της πήρε ο φόβος, ο οποίος σαν φράγμα κατέρρευσε και πλημμύρισε τις φλέβες του. Ο πλήρης πανικός τον είχε καταβάλλει, τόσο που δεν του πέρασε καν από το μυαλό να τρέξει. Σαν υπνωτισμένος, ακολούθησε τελικά τις οδηγίες του ιππότη.

   Τα φύλλα των θάμνων άρχισαν να θροΐζουν και να κινούνται. Οι ανιχνευτές έστρεψαν τα τόξα τους προς το μέρος τους. Ο ιππότης έκανε με μια λεπτή κίνηση και άγγιξε ελαφρώς το σπαθί του. Οι θάμνοι επιτέλους ησύχασαν και από μέσα ξεπρόβαλλε… ένα αμούστακο αγόρι.

   Είχε μαύρα μαλλιά, κοντά κουρεμένα σαν κράνος στο κεφάλι του και φαινόταν κάτασπρος από τον τρόμο. Στην πλάτη του είχε μια αυτοσχέδια φαρέτρα που κρατούσε δυο ντουζίνες βέλη και στο χέρι του έσφιγγε ένα κυνηγητικό τόξο.

   Οι ανιχνευτές χαμήλωσαν τα τόξα τους μεμιάς και κοιτάχθηκαν μεταξύ τους απορημένοι. Ο ιππότης ξεφύσηξε ελαφρώς και αναφώνησε.

«Παλικάρι, έλα εδώ. Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι από εμάς.» 

   Ο Άμπο κατέβηκε από την κρυψώνα του και περπάτησε δειλά προς το μέρος τους. Ένιωθε σαν νάνος, περνώντας ανάμεσα από τους πράσινους πολεμιστές που πυργώνονταν πανύψηλοι μπροστά του.

   Έφτασε στο μέρος του ιππότη και αυτός με ένα χαμόγελο, τον έπιασε φιλικά από τον ώμο και γύρισε ξανά προς τον άντρα.

«Βλέπεις;» του είπε. «Τι παράδειγμα δίνεις σε αυτόν τον νεαρό; Και ληστής και δειλός. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, αντιθέτως δίνεις το καλύτερο παράδειγμα για αυτόν… προς αποφυγή.»

    Στράφηκε προς το παιδί.

«Ποιο είναι το όνομά σου νεαρέ;» τον ρώτησε, με το βλέμμα του να τον επεξεργάζεται από πάνω έως κάτω.

«Α-Άμπο με λένε, Σερ.» απάντησε, με την τρεκλισμένη του φωνή που μάταια προσπαθούσε να τιθασέψει.

«Άμπο! Ωραίο όνομα νεαρέ. Εγώ ονομάζομαι Σερ Κέλαρ Βέρσο. Εδώ, είναι οι άντρες μου, ανιχνευτές. Αποτελούμε την 7η διμοιρία του Τάγματος του Κλάριον Κολ. Μας έχεις ακουστά, φαντάζομαι; Το Τάγμα, εννοώ.»

«Ναι, φυσικά και σας ξέρω!» απάντησε πρόθυμα ο Άμπο, ισιώνοντας την κορμοστασιά του. «Όλος ο κόσμος της Λάρια μιλά για εσάς και κυρίως ο πατέρας μου, ο οποίος σας εξυμνεί καθημερινά. Είστε ήρωες!»

«Χμ. Ήρωες.» αναφώνησε ο Κέλαρ Βέρσο και γέλασε ελαφρά, κοιτώντας τους άντρες του. «Το εκτιμούμε, Άμπο, μα θα έλεγα μας αρέσει να λέμε απλά πως κάνουμε αυτό που πρέπει. Αυτό που δεν θέλει να κάνει κανένας άλλος. Και αυτό που πρέπει να γίνει, πολλές φορές είναι άσχημο.»

   Ο Άμπο τον κοίταζε, ψαρωμένος ακόμα και χωρίς να γνωρίζει καλά καλά τι συνέβαινε.

«Ωραίο τόξο έχεις.» του είπε ο ιππότης και έτρεξε με χάρη το χέρι του κατά μήκος του ξύλου, χωρίς όμως να το πάρει από τα χέρια του. «Φαίνεται αρκετά ακριβό, να φανταστώ στο χάρισε ο πατέρας σου;»

«Ναι, μάλιστα Σερ.» απάντησε ο Άμπο.

«Ποιος είναι ο πατέρας σου;»

«Είναι ο Αντελάρ ο χειρουργός, μένουμε στην Λάρια. Τρέφει μεγάλο θαυμασμό για εσάς και το Τάγμα και όνειρό του είναι να γίνω και εγώ ένας από εσάς μία μέρα. Να προστατεύω και εγώ τα δάση μας από τους εχθρούς μας.»

«Α, μάλιστα!» αναφώνησε ενθουσιασμένος. «Είσαι ο γιος του Αντελάρ! Τιμή μας που σε γνωρίζουμε, Άμπο, γιε του Αντελάρ. Ξέρεις, εμείς στο Τάγμα τρέφουμε πολλή συμπάθεια για τον πατέρα σου. Όταν οι καιροί ήταν δύσκολοι και οι τραυματίες μας ήταν τόσοι που οι χειρουργοί μας αναγκάζονταν να διαλέξουν ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές, ο πατέρας σου πάντα ερχόταν ως εθελοντής και θεράπευε τους τραυματίες μας. Έντιμος άνθρωπος, ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν είμασταν όλοι σαν αυτόν. Έχει σώσει τις ζωές από δεκάδες από εμάς και είμαστε ευγνώμονες για αυτό.»

   Ο Άμπο ανεβοκατέβαζε το κεφάλι.

«Είπες το όνειρό του είναι να γίνεις ένας από εμάς. Με εκπλήσσει, πώς και δεν θέλει να ακολουθήσεις και εσύ τα χνάρια του, να γίνεις χειρούργος και να σώζεις ζωές αυτά τα δύσκολα για όλους χρόνια;»

«Αυτό ήθελε πρώτα. Μα μου λέει πως όσο μεγάλωνα έχανε την πίστη του σε μένα. Μου λέει πως δεν είμαι τελικά αρκετά έξυπνος.»

«Λυπάμαι που το ακούω αυτό, Άμπο, αλλά μην το παίρνεις τοις μετρητοίς. Είμαι σίγουρος πως ο πατέρας σου σε αγαπάει και θέλει το καλύτερο για σένα. Και να φανταστώ, ξέροντας τον πατέρα σου, το να ενταχθείς στο Τάγμα μας ήταν η δεύτερή του επιθυμία, έτσι;»

«Μάλιστα Σερ.» 

«Πολύ ενδιαφέρον. Μα πρέπει να σε ρωτήσω Άμπο. Ο πατέρας σου είναι ένας σπουδαίος άντρας, μα αυτό αφορά εσένα. Ανεξάρτητα με τις επιθυμίες του, εσύ, θα ήθελες να γίνεις ένας από εμάς;»

   Πέρασαν αρκετές στιγμές σιγής. Ο Άμπο, μια κοιτούσε κάτω, μία τους ανιχνευτές πίσω του και μία τον ιππότη που ένιωθε πως διάβαζε τόσο αβίαστα την κάθε πτυχή της ψυχής του.

«Εεε… πραγματικά δεν ξέρω…» είπε ντροπαλά μετά από λίγη ώρα. «Σας είπα, σας θαυμάζω πολύ και εγώ… και ο πατέρας μου, είστε ήρωες που-»

   Η φωνή του Κέλαρ Βέρσο τον διέκοψε, με την φιλική χροιά της.

«Το γνωρίζουμε αυτό και σας είμαστε υπόχρεοι. Μα ξέχνα τον πατέρα σου και τι πιστεύει για εμάς, εσύ, ο Άμπο, θα ήθελες να γίνεις ανιχνευτής; Να φορέσεις την πράσινη πανοπλία μας, να κρατήσεις τα πολεμικά μας δόρυα και τόξα και να προστατεύεις αυτά τα δάση που τόσο αγαπάμε;»

   Και πάλι σιωπή. Ο Άμπο στεκόταν προβληματισμένος, μα πλέον κοιτούσε μόνο τον ιππότη, η θεόρατή του φιγούρα απλωνόταν πάνω του. Επιτέλους αναφώνησε.

«Ναι… θα ήταν ωραίο. Να φορέσω την πανοπλία σας και να γίνω ένας από εσάς και να προστατεύουμε τα δάση. Μα… εμένα μου αρέσει να εξερευνώ και να κυνηγώ στα δάση. Μου αρέσει να παρατηρώ την φύση και τα ζώα. Θέλω να γίνω κυνηγός…»

   Ξαφνικά, ο Κέλαρ Βέρσο ξέσπασε σε γέλια, που τα ακολούθησαν τα γέλια και των ανιχνευτών πίσω του. Ο Άμπο πανικοβλήθηκε, μη ξέροντας αν είχε πει κάτι κακό. Μα προφανώς και είχε πει κάτι κακό! Έπρεπε να απαντήσει πως ήθελε, τι ανοησία!

«Ναι’ σαι καλά Άμπο,» του είπε σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα γέλια του, «γιατί η παιδική σου αθωότητα είναι χάρμα των Θεών. Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Τα δάση μας, είναι πανέμορφα, δεν είναι; Είναι λογικό να θέλει κανείς να περάσει όλη του την ζωή σε αυτά. Τα κατοικούν τόσα ζώα, κουνέλια, ελάφια, πουλιά. Όλα τόσο όμορφα, τόσο αγνά και αθώα, θαύματα της φύσης. Υπάρχουν αρκετά από αυτά για να μπορέσει κανείς να γίνει κυνηγός και να βγάλει τα προς το ζην, να ζήσει αξιοπρεπώς, να γνωρίσει μία όμορφη γυναίκα με την οποία θα ερωτευθούν, θα κάνουν το δικό τους σπιτικό και θα κάνουν πολλά παιδιά. Έτσι ώστε όταν έρθει η ώρα, να πεθάνει ήσυχος, γαλήνιος από αξιοπρεπή γηρατειά, περιτριγυρισμένος από μια ζεστή φωτιά και την αγάπη από τα παιδιά και ίσως τα εγγόνια του.» 

   Ο Άμπο τον κοίταζε πλέον πιο ήρεμος, όντας λίγο πιο σίγουρος για την απάντηση που έδωσε προηγουμένως.

«Ποιος δεν θα το’ θελε αυτό, ε Άμπο; Θα ήταν ανόητος αν επέλεγε οτιδήποτε άλλο.»

   Έκανε μια παύση, σκεπτικός.

«Αυτό θέλαμε και εμείς…» είπε μετά από λίγες στιγμές και έδειξε τους άντρες του.

«Όλοι θέλαμε μια καλή, ήρεμη ζωή. Μα δυστυχώς, η μοίρα, οι Θεοί, η φύση, πες το όπως θες, μας την πήρε από τα χέρια. Εδώ, ο Γκέραλντ,» είπε και έδειξε με το χέρι έναν άντρα με πράσινη πανοπλία, «ήταν αγρότης και ζούσε με την οικογένειά του στο χωριό Κγουίν, δυτικά της λίμνης μας. Μα μια μέρα, οι Αιρετικοί έκαναν επιδρομή στο χωριό και έσφαξαν τους πάντες, πέρα από τις γυναίκες και τα παιδιά. Τις γυναίκες τις πήραν μαζί τους, για να τις μεταφέρουν στους κρυφούς τους ναούς και να τις προσφέρουν ως θυσία στον σατανικό Θεό τους. Τα παιδιά, τα μάζεψαν για να τους φυτρώσουν το μίσος και τον φανατισμό στις καρδιές τους, έτσι ώστε όταν περάσουν τα χρόνια να γίνουν μηχανές του ιερού τους πολέμου, έχοντας ξεχάσει τι σημαίνει πατρίδα και οικογένεια και να σκοτώνουν στο όνομα του Θεού τους. Οι αιρετικοί τον κράτησαν αιχμάλωτο, μόνο αυτόν και μήνες ολόκληρους τον βασάνιζαν. Μέχρις ότου σαν από θαύμα, κατάφερε και δραπέτευσε. Τους λόγους για τους οποίους δεν σκότωσαν και αυτόν, δεν γνωρίζει, μα τον βασανίζουν ακόμα και σήμερα.»

   Απόλυτη σιωπή επικρατούσε από όλους.

«Ο Χάρολντ,» είπε δείχνοντας έναν άλλον, «ήταν ψαράς, που ζούσε σε ένα χωριό βορειοδυτικά της λίμνης. Μια μέρα που ψάρευε ήσυχος στην αμμουδιά, άκουσε το ποδοβολητό δεκάδων αλόγων και είδε τεράστια νέφη σκόνης να σηκώνονται στον αέρα. Μόλις είχε προλάβει να γυρίσει πίσω τρέχοντας, μα ήταν πολύ αργά. Το χωριό του είχε καταστραφεί, λεηλατηθεί. Οι φιλοπόλεμοι νομάδες, οι Τζατού, είχαν κάνει επιδρομή και δεν βρίσκονταν κανείς εκεί για να τους σταματήσει. Έσφαξαν με τις λόγχες και τα γιαταγάνια τους κάθε αθώο και ποδοπάτησαν με τα βαριά πολεμικά τους άλογα κάθε γυναικόπαιδο.»

   Ο Άμπο τον κοιτούσε πλέον φοβισμένος. Η αυτοπεποίθησή του πλέον άφαντη.

«Και ο δύστυχος Όσκαρ, έμπορος, πολύ επιτυχημένος. Χρόνια ταξίδευε από πόλη σε πόλη, από τις καυτές ερήμους των Ντ’ Σαρ, μέχρι τα παγωμένα βουνά των Ράβενστερν. Αυτός και οι συνέταιροί του είχαν γλιτώσει από κάθε πιθανό κίνδυνο αψηφώντας την μοίρα και κάνοντας τόσα πολλά επιτυχημένα ταξίδια που μάζεψαν αρκετά δηνάρια και προσέλαβαν μισθοφόρους, για να ταξιδεύουν μαζί τους και να προστατεύουν το καραβάνι τους. Τα δύσκολα πλέον είχαν περάσει. Μα πού να ήξεραν… Μια τρομερή μέρα, στον δρόμο προς την Αυτοκρατορία Μπάκκους, ενώ περνούσαν μέσα από τα δάση μας, μια ομάδα από τους καταραμένους Νόλντορ είχε εισβάλλει στα εδάφη μας. Αυτά τα απαίσια ξωτικά τους αιφνιδίασαν κρυμμένα στις φυλλωσιές των δέντρων, εξαπολύοντάς τους αιμοβόρα βέλη σε ασύλληπτες για το ανθρώπινο μάτι ταχύτητες. Οι μισθοφόροι, προτού καν καταλάβουν από πού ερχόταν η επίθεση, πέθαναν όλοι. Το ίδιο και οι συνεργάτες και φίλοι του. Είναι θαύμα το πώς έφυγε με την ζωή του ο ίδιος εκείνη την μέρα. Τόσος θάνατος, τόση καταστροφή και δεν κατάφερε ποτέ να δει κανέναν τους. Κανένας από τους Νόλντορ δεν εμφανίστηκε, μα τα βέλη τους, τους είχαν σκοτώσει τόσο αθόρυβα, όσο το δροσερό αεράκι ενός ήσυχου δειλινού.»

   Ο Άμπο είχε μείνει αμίλητος και ντροπιασμένος.

«Ας μην μιλήσω και για τους υπόλοιπους…» αναφώνησε ο Κέλαρ Βέρσο, «μα θα πω για αυτούς τους τρεις. Όλοι τους υπέφεραν. Μετά από τις απώλειές τους, βάλθηκαν στο να χαλάσουν όποια περιουσία τους είχε απομείνει στις ταβέρνες της Λάρια, στο ποτό, στον τζόγο και τις πόρνες. Άλλοτε έμπλεκαν σε καβγάδες με άλλους πατρόνες των ταβερνών. Άλλοτε θέλησαν να αυτοκτονήσουν, κάνοντας αδιανόητες πράξεις όπως το να βγαίνουν βράδυ μόνοι τους στα δάση, ή να προκαλούν την ίδια την φρουρά της πόλης. Μα ευτυχώς, αυτές οι αυτοκαταστροφικές τους τάσεις δεν αποτέλεσαν το τέλος τους. Όσο τραγική και αν υπήρξε η ιστορία τους, όσο πόνο και αν υπέστησαν κατάφεραν -προτού να είναι πολύ αργά-» είπε και κοίταξε αυταρχικά τον δεμένο άντρα, «κατάφεραν να σώσουν την ζωή τους, χάρη στην εύρεση ενός νέου σκοπού. Είτε τους βρήκαμε εμείς, είτε ήρθαν αυτοί σε εμάς, εδραιώθηκε συνεπώς επαφή με το Τάγμα μας. Προπονήθηκαν για χρόνια και πέρασαν τις δοκιμασίες μας. Τώρα πια, ανανεωμένοι, ξαναγεννημένοι, ζουν υπηρετώντας τον πιο σημαντικό σκοπό που θα μπορούσε να τους δοθεί. Να προστατεύουν τους υπηκόους του βασιλείου, από το να καταστραφούν οι ζωές τους, όπως έπαθαν οι δικές τους.»

«Δεν υπάρχει αμοιβή. Δεν υπάρχει δόξα. Το κάνουν γιατί αυτό είναι το σωστό.» είπε ο Κέλαρ Βέρσο και σταύρωσε τα χέρια του μεταξύ τους, κοιτώντας φιλικά τον Άμπο, ο οποίος είχε κατεβάσει το κεφάλι, με τα χέρια του να κρέμονται άβολα από το κορμί  του.

«Οπότε καταλαβαίνεις γιατί γέλασα πριν, καλέ μου Άμπο. Μπορεί να μην σου φαίνεται, αλλά εσύ και εμείς, τα όνειρά μας, τα καθήκοντά μας, οι φόβοι μας, δεν απέχουν και πολύ μεταξύ τους. Και οι δυό μας αγαπάμε τα πανέμορφά μας δάση και οι δυό μας τα εξερευνούμε, όπως και οι δυό μας… κυνηγάμε σε αυτά. Εσύ κυνηγάς τα ζώα, τα κουνέλια, τα ελάφια, τα φέρνεις σπίτι και τα ψήνετε με τον πατέρα σου, ή τα γδέρνετε και πουλάτε το δέρμα τους σε βυρσοδέψες να το κάνουν ρούχα ή ό,τι άλλο. Και καλά κάνεις. Είσαι ένας ενεργός υπήκοος, που μοχθεί και δίνει πίσω στην κοινωνία που τον έθρεψε και τον μεγάλωσε, συμβάλλοντας έτσι στην ευημερία της.»

«Όμως εμείς, αυτό που κυνηγάμε, μόνο αίμα, πληγές και θάνατο μας δίνει πίσω. Καθάρματα σαν αυτόν» είπε και έδειξε τον άντρα χάμω, «οι οποίοι νόμισαν πως είναι καλύτεροι από τους υπόλοιπους και θέλησαν με την βία και την παρανομία να ξεφύγουν από μια αλήθεια που δεν θέλησαν να αποδεχτούν ποτέ. Την αλήθεια πως η ζωή, είναι βάσανο. Και ανυπόφορη.»

«Μα, αξιοθρήνητοι εγκληματίες σαν αυτόν είναι το λιγότερο. Αιρετικοί, Τζατού, Νόλντορ! Αυτοί είναι οι πιο τρομεροί! Όλοι απειλούν το βασίλειό μας, τα σύνορά μας, μας πολιορκούν για την μερίδα του λέοντος. Γιατί Άμπο, βαλ’το καλά στο νου, μας έχουν για αδύναμους, κατώτερους. Αποδέχτηκαν καιρό τώρα πως τίποτα δεν μπορούν να χτίσουν οι ίδιοι, για αυτό και έχουν βαλθεί εμμονικά να καταστρέψουν ό,τι χτίζουμε εμείς. Οι μάχες μας μαζί τους, είναι παραπάνω από αιματηρές. Σκέτα μακελειά. Οι Αιρετικοί πολεμούν με απαράμιλλη βιαιότητα, γεννημένη από τον αλλοπρόσαλλο φανατισμό που τους έχει δηλητηριάσει το μυαλό. Οι Τζατού, καλύπτουν την απόσταση ταχύτατα με τα πολεμικά τους άλογα και σε συντρίβουν μετωπικά, ενώ οι τοξότες-καβαλάρηδες σου εξφενδονίζουν βέλη από τα πλάγια. Αποκόπηκαν από την πατρίδα τους εδώ και πολύ καιρό και δεν έχουν τίποτα πλέον να χάσουν. Μόνο ο Θεός του Πολέμου τους ενδιαφέρει τώρα, υπακούοντας το θέλημά του με κάθε ευκαιρία.»

«Και οι Νόλντορ… Οι Νόλντορ είναι οι χειρότεροι. Ψηλομύτικα ξωτικά με τριγωνικά αυτιά, που ζουν κρυμμένα στα δάση ανατολικά από εδώ και κρατούνται ακόμα από τις παλιές ένδοξες μέρες του πολιτισμού τους, μη έχοντας αποδεχτεί ότι η δύναμη στον κόσμο άλλαξε χέρια και ότι εμείς, οι άνθρωποι, την έχουμε. Για αυτό και θέλουν να καταστρέψουν το γένος του ανθρώπου. Μα όσος είναι ο εγωισμός τους, άλλη τόση είναι η ικανότητά τους στην μάχη.»

«Αυτούς λοιπόν, κυνηγάμε εμείς. Μα πέρα από το άπλετο αίμα που έχουμε δώσει, παίρνουμε κάτι πιο σημαντικό. Την προστασία του Βασιλείου του Σαρλεόν και όλων των αθώων που ζουν σε αυτό. Και αυτοί οι εχθροί, όσο τρομεροί και αν ακούγονται, έχουν νικηθεί ξανά και ξανά, από το Τάγμα του Κλάριον Κολ!»

   Ο Άμπο έδειχνε εντυπωσιασμένος από τα λόγια του ιππότη. Φαινόταν πράγματι ένας έντιμος, δυνατός πολεμιστής, ένας πραγματικός ηγέτης!

   Ο Κέλαρ Βέρσο κατέβηκε στο ύψος του Άμπο και τον έπιασε φιλικά από τον ώμο. Έμοιαζε γίγαντας μπροστά του.

«Και τώρα, που ξέρεις καλύτερα ποιοι είμαστε, σε ρωτάω ξανά. Φαίνεσαι τίμιο και δυνατό παλικάρι, σαν κάποιος που θα κάνει πολύ καλό όταν μεγαλώσει. Ανεξάρτητα με το τι θέλει ο πατέρας σου, εγώ ρωτάω εσένα. Θα ήθελες κάποια στιγμή, όταν ενηλικιωθείς, να γίνεις ανιχνευτής του Κλάριον Κολ; Θα ήταν τιμής μας -τιμή μου- να σε έχουμε, να πολεμήσουμε μαζί δίπλα δίπλα.»

   Τα μάτια του Άμπο άστραψαν. Το στήθος του κόντευε να εκραγεί από την περηφάνεια. 

«Ναι! Ναι, θα το’ θελα πολύ Σερ!»

    Ένα ελαφρύ χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο του Κέλαρ Βέρσο. 

«Χαίρομαι, Άμπο. Όταν έρθει η στιγμή μίλησε στον πατέρα σου και έλα να μας βρεις. Θα μας βρεις σίγουρα στο φρούριο της Λάρια.»

   Ο Άμπο τον κοιτούσε χαμογελώντας από το ένα αυτί ως το άλλο, μα τώρα ο Κέλαρ Βέρσο παρέμενε σιωπηλός. Μετά από μερικές στιγμές σιγής, αναφώνησε.

«Μα πρώτα, θα ήθελα να σιγουρευτώ… πως η καρδιά σου βρίσκεται στο σωστό μονοπάτι. Θέλω να σιγουρευτώ πως έχεις αυτό που ζητάμε, για να γίνεις και εσύ ανιχνευτής.»

   Με μια σβέλτη κίνηση βρέθηκε από πίσω του, περισσότερο γρήγορη απ’ όσο θα άρμοζε σε ένα τόσο βαριά οπλισμένο άντρα. Τον έπιασε από τους ώμους και έστριψε τον κορμό του Άμπο ενενήντα μοίρες.

   Τον έστριψε προς τον γονατισμένο άντρα.

«Τον βλέπεις αυτόν;» του ψιθύρισε στο αυτί. «Είναι ο εισβολέας που είπαμε. Ένας από αυτούς που έχουν βαλθεί να καταστρέψουν το βασίλειό μας. Έχει ληστέψει, έχει κλέψει, έχει εξαπατήσει. Πιθανότατα να έχει σκοτώσει και να έχει βιάσει. Θέλω σήμερα, Άμπο, να σου δώσω μια ιδιαίτερη τιμή. Είσαι ήδη κυνηγός ζώων, μα εγώ θέλω να σε αναβαθμίσω.»

«Θα σε κάνω κυνηγό ανθρώπων.»

   Η πρόταση αυτή έστειλε μια ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά του Άμπο και του πάγωσε το αίμα.

«Από- από τώρα;» τρέκλισε. 

«Το καθήκον μας υπήρχε αιώνες πριν γεννηθούμε και θα υπάρχει για αιώνες αφότου πεθάνουμε. Μόνο πιο ειλικρινής θα είσαι με τον εαυτό σου, αν το καλωσορίσεις μία ώρα αρχύτερα, δηλαδή τώρα.» 

«Μα, εγώ…»

«Έλα μαζί μου…» τον διέκοψε και περπατήσανε μαζί τέσσερα μέτρα προς τα πίσω.

«Θέλω με αυτό το όμορφο τόξο, δώρο του πατέρα σου, να βάλεις τέλος στην ζωή αυτού του εγκληματία απέναντί σου.»

«Όχι μικρέ! Μην τον ακούς!» ακούστηκε η φωνή του άντρα που σπάραζε.

   Ο Κέλαρ Βέρσο έκανε μηχανικά νεύμα με το χέρι του και αμέσως τρεις ανιχνευτές έτρεξαν και πήραν τον άντρα σηκωτό. Τον πήγαν στον κορμό του πιο κοντινού δέντρου, με τα πόδια του να σέρνονται στο γρασίδι και τις πέτρες. Τον έδεσαν. Ένας από τους τρεις έβγαλε ένα βρωμερό κομμάτι ύφασμα, με το οποίο του φίμωσε το στόμα.

   Ο άντρας φώναζε, μα τα παρακάλια του μπερδεύονταν μεταξύ τους, η γλώσσα του τον πρόδιδε και η έκκληση για βοήθεια που τόσο απελπισμένα έβγαινε από τα στήθη του, δεν είχε συνοχή.

«Έχεις καλό σημάδι;» ρώτησε ο Κέλαρ Βέρσο. «Θέλω να προετοιμάσεις ένα βέλος από την φαρέτρα σου και να του ρίξεις. Στον λαιμό, ιδανικά, για να είναι πιο γρήγορο το τέλος του.» είπε και έκανε ένα βήμα πίσω.

   Ο Άμπο, μη έχοντας ακόμα συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, κατέληξε ξανά το κορμί του να λειτουργεί αυτόματα, δίχως να το τιθασεύει το μυαλό του. Σαν υπνωτισμένος, έβγαλε ένα βέλος από την φαρέτρα του και το τοποθέτησε στο τόξο. Έπειτα, το σήκωσε αργά προς το μέρος του δεμένου άντρα, χωρίς να έχει τραβήξει πίσω την χορδή. Στην όψη του μικρού με το τόξο στο χέρι, τα μουλωχτά παρακάλια του άντρα μετατράπηκαν σε ουρλιαχτά, σαν ζώου που προετοίμαζαν για σφαγή, με την μοίρα του αποφασισμένη προ πολλού. Στο άκουσμά τους, η καρδιά του Άμπο σφίχτηκε ακόμα περισσότερο, το μυαλό του θόλωσε.

«Σκέψου τι μπορεί να έχει κάνει αυτός ο άντρας.» ακούστηκε η φωνή του ιππότη. «Μπορεί να έβρισκε τον πατέρα σου σε ένα σκοτεινό σοκάκι, να τον λήστευε και αν αντιστέκονταν, να τον δολοφονούσε εν ψυχρώ. Τον πατέρα σου, που έχει σώσει τόσες ζωές! Και γιατί; Για μερικά πενιχρά δηνάρια, για τα οποία υπήρξε υπερβολικά τεμπέλης να τα βγάλει μόνος του δουλεύοντας. Σαν να μην έφτανε αυτό, θα τα ξόδευε σίγουρα στον τζόγο ή στα μπουρδέλα. Ρίξ’ του, δεν αξίζει να ζει.»

   Ο Άμπο τράβηξε την χορδή πίσω. Ο ιδρώτας κυλούσε από τα χέρια του και έβρεχε το ξύλο, το κορμί του έτρεμε σύγκορμο. Ήταν αλήθεια ότι προετοιμαζόταν να σκοτώσει άνθρωπο; Είδε τα μάτια του άντρα απέναντι γουρλωμένα, τόσο πολύ που έμοιαζαν πως θα πετάγονταν από τις κόγχες τους ανά πάσα στιγμή. Οι φωνές του έγιναν πιο σπαρακτικές. Μπορούσε να καταλάβει μόνο τα μουγκρητά του, που μάλλον φώναζε με ό,τι δύναμη είχε στα πνευμόνια του ΜΗ ΜΗ ΜΗ. Ήταν αναγκαίο αυτός ο άνθρωπος να πεθάνει; Τι και αν-

«Ρίξ’ του.»

   Η χορδή ελευθερώθηκε. Το βέλος σφύριξε στον αέρα.

   Μια μουγκρισμένη κραυγή ακούστηκε. Έπειτα μια ανακούφιση.

   Το βέλος είχε περάσει ξυστά δίπλα από τον κορμό.

   Τα χέρια του Άμπο κρέμασαν. «Δεν μπορώ να το κάνω!» φώναξε, με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του.

«Άμπο… Καταλαβαίνω ότι σου είναι δύσκολο. Για όλους μας, η πρώτη φορά ήταν δύσκολη, μα μετά συνηθίζεις. Γιατί αυτό είναι το καθήκον. Και το καθήκον θα είναι πάντα δύσκολο. Άσχημο. Μα πάντα μεγαλύτερο από όλους μας. Από εμένα, εσένα, ή αυτόν.»

«Σκέψου αυτός ό άντρας θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει την μητέρα σου την ώρα του περιπάτου της στο δάσος, ή στα δρομάκια της πόλης. Να την κατασκόπευε και, ως το απαίσιο τέρας που είναι, να της χιμούσε, να την λήστευε και να την σκότωνε. Πολύ πιθανό και να την βίαζε πριν την σκότωνε. Ή και μετά, το ίδιο θα ήταν για αυτόν.»

   Ο Άμπο έσφιξε τα δόντια και ετοίμασε πάλι ένα βέλος από την φαρέτρα του, αυτή τη φορά πιο αποφασιστικά. Σήκωσε τα χέρια και σημάδεψε τον άντρα. Έτρεμε ολόκληρος. Τέντωσε την χορδή. Μα δεν την άφηνε. Πολύ σύντομα, ένιωθε τα χέρια του να κουράζονται. Ή θα άφηνε το βέλος να ξεφύγει ή θα κατέβαζε το τόξο του.

«Άμπο… ρίξ’ του.»

   Η χορδή ταλαντώθηκε. Το βέλος σφύριξε. Ένα μουγκρητό ακούστηκε. Θραύσματα ξύλου στον αέρα. Είχε χτυπήσει τον κορμό πάνω από το κεφάλι του άντρα, ο οποίος είχε κλείσει τα μάτια. Το βέλος έπεσε αδύναμα στο βρεγμένο χορτάρι.

   Ο Άμπο κατάρρευσε ξανά, τώρα πλέον έκλαιγε με λυγμούς.

«Άμπο! Αυτός ο άντρας και άντρες σαν αυτόν θα καταστρέψουν την Λάρια! Θα καταστρέψουν τους κατοίκους της! Θα καταστρέψουν τα ίδια της τα δάση! Λόγω αυτού του άντρα, δεν θα μπορέσεις ποτέ ξανά να έρθεις εδώ να κυνηγήσεις, να αισθανθείς το κρύο αέρα στο πρόσωπό σου και να μυρίσεις την μυρωδιά του ξύλου! Αν ήταν στο χέρι τους, θα σκότωναν κάθε ζώο που κατοικεί εδώ, θα έκοβαν από την ρίζα κάθε δέντρο! Οι φωτιές που θα βάλουν στις πόλεις, τα κάστρα και τα χωριά μας θα εξαπλωθούν τόσο, που θα φτάσουν ως εδώ και δεν θα αφήσουν τίποτα πίσω, παρά απανθρακωμένα κουφάρια και στάχτες στον αέρα!»

   Ο Άμπο σκούπισε τα δάκρυά του και πήρε ένα ακόμα βέλος. Σημάδεψε.

«Κάν’ το Άμπο! Είναι η μόνη λύση!»

   Τέντωσε την χορδή. Με μια κραυγή, έκλεισε τα μάτια. Την άφησε και η χορδή ταλαντώθηκε στον αέρα.

   Μουγκρητά. Όχι φόβου. Ούτε ανακούφισης. Πόνου.

   Άνοιξε τα μάτια.

   Είδε τον άντρα. Το βέλος είχε καρφωθεί βαθιά στον μηρό του, η κεφαλή του είχε σκίσει το δέρμα και άφθονο αίμα πήγαζε από την πληγή.

   Τα κατάφερε. Για μια στιγμή, ανακουφίστηκε που τελείωσε. Μα τα συνεχόμενα μουγκρητά του άντρα τον επανέφεραν. 

   Ο άντρας σπάραζε από τον πόνο και οι ήχοι που έβγαζε γίνονταν όλο και πιο απόκοσμοι, ζωώδεις στα αυτιά του Άμπο. Τον ανατρίχιαζαν, του προκαλούσαν ανείπωτη φρίκη.

   Ξαφνικά, τον κατέβαλλε τρομερή σύγχυση και μη ξέροντας τι να κάνει, έκανε το μόνο πράγμα που του έβγαζε νόημα στο μυαλό εκείνη την στιγμή και ετοίμασε και άλλο βέλος. Πήγε να τεντώσει την χορδή, μα ενστικτωδώς, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Κέλαρ Βέρσο. Αυτός τον κοιτούσε ακόμα, ανέκφραστος. Τα χέρια του ήταν σταυρωμένα μπροστά στο στήθος του και το βλέμμα του βλοσυρό, σαν να έλεγε “δεν τελειώσαμε ακόμα”.

   Μηχανικά, σαν να κυνηγούσε τον συνηθισμένο λαγό, τέντωσε πλήρως την χορδή ξανά. Το βέλος εξφενδονίστηκε. Αστόχησε. Μα το πληγωμένο ζώο ακόμα μούγκριζε, δεν του είχε δοθεί ακόμα το καίριο χτύπημα. Προσπάθησε ξανά. Βέλος. Χορδή. Σφύριγμα. 

   Το ζώο μούγκρισε. Το βέλος καρφώθηκε στο μπράτσο του. 

   Ξανά και ξανά, αγχωμένα, αβέβαια, βιαστικά. Ο Άμπο εξαπέλυε βροχή τα βέλη του. Μερικά αστοχούσαν. Άλλα όμως όχι. Στον ώμο, στο δεξί του πλευρό, στην αριστερή γάμπα, στην λεκάνη, στο δεξί του γόνατο. Κάθε νέο χτύπημα εισήγαγε ένα νέο επίπεδο πόνου στο ζώο, το οποίο ούρλιαζε και κινούνταν πέρα δώθε, όσα χιλιοστά του επέτρεπαν τα αποπνικτικά του δεσμά. Ούρλιαζε, ούρλιαζε! Μα πότε θα σώπαινε επιτέλους;

   Το τελευταίο βέλος από την φαρέτρα του Άμπο ήταν άστοχο, μα το χέρι του πήγαινε ακόμα πίσω στην φαρέτρα του και έπιανε τον αέρα, λες και θα εμφανίζονταν κάποιο ακόμα ως διά μαγείας. Όταν μετά πολλών προσπαθειών σιγουρεύτηκε πως δεν είχε άλλα, κατέρρευσε στο έδαφος, σφίγγοντας τις γροθιές του στα βρύα. Η πλάτη του, καμπουριασμένη, άρχισε να συσπάται και να ανεβοκατεβαίνει από τα αναφιλητά.

   Βρίσκονταν εκεί αρκετά δευτερόλεπτα, ώσπου ένιωσε μια θεόρατη σκιά να απλώνεται πάνω του. Σήκωσε τα κοκκινισμένα του μάτια και είδε το πρόσωπο του Κέλαρ Βέρσο, να τον κοιτάζει, με μια κρυφή αίσθηση ικανοποίησης, ίσως και περηφάνειας. Τον είδε να εκτείνει το τεράστιό του χέρι προς το μέρος του. Το έπιασε και ένιωσε το κρύο ατσάλι του γαντιού να περικυκλώνει το δέρμα του, καθώς τον σήκωνε από το έδαφος λες και ήταν ανάλαφρος σαν πούπουλο.

   Ο ιππότης στεκόταν μπροστά του.

«Ψηλά το κεφάλι, Άμπο.» είπε με ήρεμη φωνή. «Σήμερα, απέδειξες πως έχεις τι χρειάζεται για να γίνεις ένας από εμάς, να γίνεις μέλος του Τάγματος. Γιατί μπροστά στην ωμότητα, στην ασχήμια της ζωής, στο αναπόφευκτο, στο αναγκαίο, έβαλες μπροστά το καθήκον και έκανες το σωστό, αυτό που λίγοι έχουν το θάρρος να κάνουν. Σήμερα έφερες το Βασίλειο και όσους ζουν σε αυτό, ένα βήμα πιο κοντά… στην ειρήνη.»

   Ο Άμπο, έχοντας ακόμα το χέρι του χαμένο στην ατσάλινη γροθιά του, τον κοίταξε αθώα, με τα μάτια του πρησμένα από το κλάμα. Κοίταξε πίσω. Τα μουγκρητά είχαν επιτέλους, σταματήσει. Το άψυχο σώμα του άντρα βρίσκονταν ακόμη δεμένο στον κορμό, τρυπημένο με μια ντουζίνα από τα βέλη του, ένα μακάβριο θύμα ενός θανατηφόρου βελονισμού. Το αίμα ξεχείλιζε από κάθε βέλος που εισήλθε στο μαλακό κορμί του, βάφοντάς τον κόκκινο και σχηματίζοντας ρυάκια στο πράσινο έδαφος από κάτω. Το κεφάλι του στράφηκε πίσω στον ιππότη. Τα μάτια τους συναντήθηκαν.

«Καλώς ήρθες, μελλοντικέ ανιχνευτή.»


ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Mount and Blade: Warband, Prophecy of Pendor


Artwork: Order of the Clarion Call

7+1 ΜαΡγΑρΊτΕς

7+1 ΜαΡγΑρΊτΕς

Μάρτης Γδάρτης

Μάρτης Γδάρτης